Τετάρτη 23 Μαϊου 2018
 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Σύνδεση

ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ - ΤΖΑΒΑΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

print
email
ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ - ΤΖΑΒΑΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Εκδοτικός Οίκος «Υδρόγειος»

Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στο Λονδίνο Φιλολογία και Φιλοσοφία. Παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1965, σε νεαρότατη ηλικία, με δημοσιεύσεις στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Φιλολογική Πρωτοχρονιά», «Παναθήναια», «Ηπειρωτική Εστία», «Κρητική Εστία» κ.α.

Έχει κάνει τον περίπλου της Γης και αυτό της έδωσε την ευκαιρία να επισκεφτεί πολλές χώρες του πλανήτη και να μελετήσει από κοντά τον πολιτισμό και την κουλτούρα διαφόρων λαών. Ασχολείται με τη ζωγραφική σε πέτρα, κρύσταλλο και καθρέφτη. Έχει παρουσιάσει έργα της σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις.

Δραστηριοποιήθηκε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση στη Δυτική Αττική για πολλά χρόνια. Ασχολείται επίσης με παρουσιάσεις και κριτική βιβλίων, εικαστικών έργων, χοροθέατρο και διαλέξεις. Παρουσιάζει ποιητικά δρώμενα με διαφάνειες και μουσική. Συνεργάζεται με πολλά λογοτεχνικά, ιστορικά και φιλοσοφικά περιοδικά. Έργα της έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες. Είναι γενική γραμματέας του Δ.Σ. της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών επί σειρά ετών.

ΔΙΟΝΥΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕ

Θέρος ουράνιο
και το φεγγάρι τριών ημερών.
Εγώ του πετούσα λέξεις
όλο κανέλλα και μοσκοκάρφι
για ν’αντικρύσω τη νύφη λεμονιά
μ’ έναν Αρχάγγελο αίνιγμα.
Σπαραγμένη είμαι σαν τον Πενθέα.
Να είμαστε μαζί κι άλλη χαρά δεν έχω
γλυκέ μου Διόνυσε,
Λικνίτη με τα σταφύλια
και τα κληματόφυλλα.
Μου κόβεις την καρωτίδα
κι ύστερα πίνεις το αίμα μου ήσυχα ήσυχα
γυμνοπόδης,
σε τρύγο αναίμαχτο.
Θείε Τράγε , ανθοφόρε Βάκχε
των οράσεων ιδρυτή,
δίδαξέ με.
Ποιος ο κάτοχος του χρυσίου
και ποιος ο φωτοδότης.
Πέρα της νύχτας τα μαλάματα
λάμπουν σε μεθυσμένα μάτια.
Μα γιατί δεν έχει τέλος αυτός ο πόλεμος.
Κι άμυνα δεν υπάρχει.
Θηράματα είμαστε στις παγίδες του Έρωτα.
Πως βρέθηκα δεμένη
στον σκοτεινό τροχό , δεν ξέρω.
Περνώ μια θύρα φοβερή
και βλέπω το κεφάλι μου κομμένο
σε δίσκο αργυρό.
Τα σώματα εγείρουν τα δικά τους δικαιώματα.
Διόνυσε Ελευθέριε,
Σκήπτρο της καρδιάς μου,
η ωραιότητα θάλλει στο πρόσωπό σου.

ΠΕΤΡΕΣ ΤΗΣ ΔΗΛΟΥ

Κύκλος Άδη οι Κυκλάδες,
σταλαγματιές χρυσού
στο βαθύ κυανούν της θάλασσας.
Κι εμείς που ζήσαμε
με μια προσωπίδα
βγαίνουμε στους λειμώνες των ονείρων
με σώματα ερωτευμένα
στο χελιδόνισμα του πόθου.
Ο χρόνος αλλόφρων.
Αδηφάγος.
Ετούτος ο τόπος ,
με κίονες που φέγγουν τη νύχτα
στο φεγγαρόφωτο μας πληγώνει.
Ώρα πρωινών μυστηρίων
κι ο Απόλλωνας θριαμβεύει.
Η κάθε μέρα έρχεται, φεύγει
πύρινη επάνω στο δέρμα μας.
Στο αρχαίο θέατρο καταμεσήμερο
με τις σαύρες για συντροφιά,
ακούω ένθεη
την προπατορική λαλιά
στην αφθαρσία των ήχων.
Λητώ, Μητέρα ξανθή ,
είσαι η πυρά που γεννά τον Ήλιο.
Σούφερα νερό, μέλι και ρετσίνι.
Πορτοκαλάνθι
για την αργυρή σου Κόρη.
Βρήκα τα χρόνια μας θαμμένα
κάτω από τις πέτρες της Δήλου
σε καιόμενη ώρα.


ΣΕ ΛΕΝΕ ΗΡΑΚΛΗ

Περνούσα το ποταμό,
Δηιάνειρα ασυλλόγιστη .
Στη μέση του ορμητικού νερού
ο Κένταυρος με περίμενε σιωπηλός.
Ευτυχισμένη αγνοούσα
όλο τον κύκλο του δράματος.
Φορούσα νάρδο , μύρα και κρόκο.
Έφεγγα μέσα σ’ εκείνο το διάφανο ρούχο.
Έμπυρος ο ουρανός με τον οίστρο του έρωτα.
Μια ωμή αναμέτρηση.
Να κραυγάσω δεν πρόλαβα.
Στα άνομα ζευγαρώματα
Θάνατο αναγγέλλουν οι Διοσημίες.
Σε λένε Ηρακλή.
Δορυάλωτος ο υπερόπτης Νέσσος,
μου προσφέρει το αίμα του.
Μοιραίος παραλήπτης
νικούσες πάλι , όμως για λίγο.
Ιδού η Γυναίκα,
υφαίνοντας νυχτοήμερα στον αργαλειό μου,
σε τυλίγω με τα πέπλα της παράνοιας.
Έσυρες τον έρωτά μου
στο βάθος του ιλίγγου.
Φάσγανο και πυρ λοιπόν.
Την ώρα του παροξυσμού,
σε άφησα τυλιγμένο στη φωτιά να καείς.
Εσύ θεοποιήθηκες
κι εγώ Μάντισσα ένθεη
εγκαινιάζω το μέλλον.
Εφέσσια, εκατόμαστη,
θηλάζω το γιο σου ..

ΠΑΣΑΚΡΑΤΑ

Όταν ο Μάης
περπατάει στο θυμαρίσιο φως
με άρωμα πεύκου
κι ο Θεός των αμπελιών
εξημερώνει το λύκο,
οι οιωνοί είναι καλοί.
Επικαλούμαι τις Ιδαίες Μέλισσες,
τις νεράιδες από τον Ψηλορείτη
να μου φέρουν τα ιερά τους βότανα,
μέλι και ρόδια, ταξιδιώτη.
Σήμερα έγινα δεκατεσσάρω χρονώ.
Εγώ η Πασακράτα,
Αφροδίτη και Περσεφόνη.

ΟΝΕΙΡΟΠΛΟΟΙ

Πυριφλεγής φθόγγος
ματώνω στο συρματόπλεγμα.
Ονειροπλόοι στο παράλογο
κωπηλατούμε στον πλου της Αργούς
κόντρα στην παλίρροια,
δελφίνια της Άνοιξης.
Ιέρεια των θαυμάτων,
Μάγισσα της Κολχίδας
σε τέμενος ασύλητο σε περιμένω.
Δίνη διονυσιακή
ταξίδεψέ με νύχτα στη Φαιστό.
Έρωτας σκοτεινός
ξεχάστηκε άφροντις στην αγκαλιά μου.
Σου χρωστάω ένα ποίημα,
σηματωρό του μέλλοντος.

ΠΟΙΗΣΗ

Βρέθηκα στην εποχή που αλλάζει δέρμα
το φίδι του χρόνου.
Μέσα μου κρύβω σιωπές ωκεάνιες.
Έσύ, ένα πουλί νυκτόβιο.
Κάθετα στο χρόνο προχωράμε.
Η επιθυμία των σωμάτων
εξαρτάται από τη δική τους γεωγραφία.
Λεωφόρος των Σφιγγών.
Ίπταμαι πάνω από το ποτάμι.
Αυτή η μνήμη του Έρωτα
χαράσσεται
στην ελευθερία φωτεινών εποχών.
Έβαψα μπλε τις πόρτες
και τα παράθυρα,
τους τοίχους με θρυματισμένο ρόδι
Η ποίηση δεν είναι μόνο λέξεις.
Θέλει αίμα και σπέρμα.

ΕΝ ΜΕΣΩ ΚΙΝΔΥΝΩΝ

Εν μέσω κινδύνων πορεύομαι
διάτρητη από έρωτα.
Αρχαίος τρόμος με οδηγεί
με τα βίαια χέρια του.
Ότι φαίνεται ωραίο
είναι ένας αγώνας μέχρι θανάτου.
Το μη ειπωμένο
μια θάλασσα θολό αλάτι.
Η ώρα του Μάντη φονική
κι εγώ να βρίσκομαι
Ιερό Σφάγιο επάνω στο βωμό.
Έσύ, αλιεύεις άστρα από το Έαρ.
Η μέρα κυματόχαρη.
Οι ώρες από σμάραγδο
μ’έναν ήλιο λιθοξόο
σε μαρμαρένια αλώνια.

ΔΙΟΝΥΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕ

Θείε Τράγε , ανθοφόρε Βάκχε
των οράσεων ιδρυτή, δίδαξέ με.
Ποιος ο κάτοχος του χρυσίου
και ποιος ο φωτοδότης.
Πέρα της νύχτας τα μαλάματα
λάμπουν σε μεθυσμένα μάτια.
Η ποίηση είναι ικρίωμα ζωής.
Κι εγώ σου πετούσα λέξεις έλξεις
λίγο πριν το ξημέρωμα
κάτω από το ασημένιο φως του φεγγαριού.
Κάθε στιγμή κι ένα ποίημα
πέρα στου Ιονίου τους αμμόλοφους
με τα κρίνα.
Μα γιατί δεν έχει τέλος αυτός ο πόλεμος.
Κι άμυνα δεν υπάρχει.
Θηράματα
είμαστε στις παγίδες του Έρωτα.
Πως βρέθηκα δεμένη
στον σκοτεινό τροχό του,
δεν ξέρω.
Περνώ μια θύρα φοβερή
και βλέπω το κεφάλι μου κομμένο
σε δίσκο αργυρό.
Τα σώματα εγείρουν τα δικά τους δικαιώματα.
Διόνυσε Ελευθέριε
Σκήπτρο της καρδιάς μου,
η ωραιότητα θάλλει στο πρόσωπό σου.

ΠΕΤΡΕΣ ΤΗΣ ΔΗΛΟΥ

Κύκλος Άδη οι Κυκλάδες
σταλαγματιές χρυσού στο βαθύ κυανούν
της θάλασσας.
Κι εμείς που ζήσαμε
με μια προσωπίδα
βγαίνουμε στους λειμώνες των ονείρων
με σώματα ερωτευμένα
στο χελιδόνισμα του πόθου.
Ετούτος ο τόπος ,
με κίονες που φέγγουν τη νύχτα
στο φεγγαρόφωτο μας μαγεύειι.
Ο χρόνος αλλόφρων. Αδηφάγος.
Η κάθε μέρα έρχεται, φεύγει
πύρινη επάνω στο δέρμα μας.
Στο αρχαίο θέατρο καταμεσήμερο
με τις σαύρες για συντροφιά,
ακούω ένθεη
την προπατορική λαλιά
στην αφθαρσία των ήχων.
Μητέρα ξανθή ,
είσαι η πυρά που γεννά τον Ήλιο.
Σούφερα μέλι, κερί και ρετσίνι.
Πορτοκαλάνθι για την αργυρή σου Κόρη.
Βρήκα τα χρόνια μας θαμμένα
κάτω από τις πέτρες της Δήλου
σε καιόμενη ώρα.

Η ΑΣΙΝΗ Η ΤΡΟΙΑ

Η Ασίνη, η Τροία,
χρυσά προσωπεία στο δέρμα του σκότους.
Κλείνω τα μάτια μου για να δω.
Ιδού η Πύλη της τειχιόεσσας Τίρυνθας.
Πάνω της αιωρείται ο νεαρός αετός.
Ζυγιάζεται το γεράκι.
Εσύ, αρχαίος φυγάς από οράματα,
πληγές, αίματα των Προγόνων.
Ανάμεσά μας η ευθεία του Έρωτα.
Ταξίδεψε σώμα γοερό,
καρπέ κρημνιζόμενε,
πωρόλιθε των άστρων.
Χαώδης ο βιαστής αγέρας
με ταξιδεύει στην ωραιότητα.
Αυτός ο διαμελισμός θα διαρκέσει
όσο περνά σαν Άγγελος η Άνοιξη.
Νοστάλγησα το θαλάσσιο νερό.
Τι βαθειά δύναμη που έχουν οι λέξεις.
Δωδεκάτειχε σιωπή μου
ως μέλι σε γεύομαι...

ΠΡΙΝ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΟΥΝ ΑΣΤΑΡΤΗ

Τρυγόνα σκοτεινή,
με το πελαργόνι και το νεροπούλι
παίζω σε ονειρικούς βιότοπους.
Ελάφι σκυφτό βόσκω την αλμύρα
σε τοπία του σώματος απόκρημνα
Γεύομαι το αίμα
τίγρις φωτόχρωμη.
Πριν με ονομάσουν Αστάρτη
ότι από εσένα γνώρισα
είναι οι τρυφερή σου φλόγα.
Κατοικούμαι από τον άνεμο.
Εκείνο τον προγονικό
που κουβάλησα
από την Πέργαμο στους ώμους μου.
Ο Έρωτας
είναι μια πράξη πλήρης.
Ακόλουθος του Ζαγρέα
παραδίνομαι στον φλύαρο μύθο.
Στη ρίζα της αρχαίας βελανιδιάς
με περιμένει ωραίος έφηβος .

ΤΟ ΡΗΓΜΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Στην ανοχύρωτη πόλη
ήλθε ένας Άγγελος τρομερός
με σαντάλια κόκινα.
Η ζυγαριά του έκλεινε
πότε υπέρ του ενός,
πότε υπέρ του άλλου.
Το ρήγμα της μνήμης αγεωμέτρητο
κι ο ήλιος στο ζενίθ ,
να εξαφανίζει τους ίσκιους
στο περιθώριο της μέρας.
Δεν ορίζεται η άλλη όψη του Έρωτα.
Μαρμαίρει στο φως
το αρχαίο του κεφάλι.
Ψηλά στου χρόνου τον πυλώνα,
βαθιά μέσα σε γρανίτη
είχα σκαλίσει το όνομα του.
Μάρτυρας μου αψευδής
το μυστικό της λέξης.
Αυτοί που χορεύουνε
σε αναμμένα κάρβουνα
στη Θράκη , το ξέρουνε.
Στο φοβερό κλειδούχο προσφέρω
μια κούπα με κρασί.

Έχει διαβαστεί 153 φορές
ΑΜΟΥΤΣΑ ΦΩΤΕΙΝΗ
Προηγούμενο άρθρο
ΑΜΟΥΤΣΑ ΦΩΤΕΙΝΗ
ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΔΗΣ ΒΛΑΣΗΣ
Επόμενο άρθρο
ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΔΗΣ ΒΛΑΣΗΣ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ...

Ποιός είναι online

Έχουμε online 18 επισκέπτες και 0 μέλη.

Επισκεψιμότητα