Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018
 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΑΡΓΥΡΑΚΗ ΒΟΥΛΑ

print
email
ΑΡΓΥΡΑΚΗ ΒΟΥΛΑ

Εκδοτικός Οίκος «Υδρόγειος»

Γεννήθηκε στην Ν. Πέλλα από πρόσφυγες γονείς. Τελείωσε το Δημοτικό στην Ν. Πέλλα και ασχολήθηκε με αγροτιές δουλειές. Από μικρή είχε αδυναμία στο τραγούδι και στο θέατρο. Παντρεύτηκε και απόκτησε δύο κόρες. Ήταν από τα πρώτα ιδρυτικά μέλη της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών και ιδρυτικό μέλος στο παράρτημα της Νέας Πέλλας.

Για επτά χρόνια υπήρξε μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής ΚΚΕ εσωτερικού. Μέλος της Λ.Σ της Κίνησης Γυναικών Γιαννιτσών. Το 1983 εκλέχτηκε μέλος του Δ.Σ. του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Ν. Πέλλας. Από το 1986 έως το 1990 μέλος της χορωδίας του Δήμου Γιαννιτσών. Το 1992 οργάνωσε τη χορωδία του χωριού ψάλλοντας τους χαιρετισμούς και τα εγκώμια στην εκκλησία και παράλληλα άρχισε να ψάχνει να βρει τα παραδοσιακά μας τραγούδια που με θρησκευτική ευλάβεια οι γονείς μας έφεραν από τις αλησμόνητες πατρίδες.

Είναι μια πολύ πλούσια πολιτιστικά κληρονομιά από τραγούδια ανέκδοτα πλούσια σε στίχο και μουσική που την δίδαξε στην χορωδία της έτσι όπως μας την παραδώσανε. Οργάνωσε την παιδική χορωδία και την θεατρική ομάδα του συλλόγου μας. Έγραψε θεατρικά έργα τα οποία και σκηνοθέτησε. Μερικά από αυτά είναι: «Το όνειρο του Βασίλη», «Η φαντασμένη», «Τα πουλιά», «Ήθη και έθιμα επί της σκηνής». «Η αρπαγή της Ελένης», «Το κλέψιμο του κοριτσιού», «Οι πρόσφυγες», «Ο Θρακιώτικος γάμος», «Τα δρώμενα της γειτονιάς» κ.α. Από το 2001 είναι μέλος της θεατρικής ομάδας «Θεατρικό εργαστήρι Πέλλας».

Ο ΔΟΥΛΟΣ

Σκλαβωμένη τη σάρκα μου έχεις
μα λεύτερος είμαι στο νου
τη σκέψη μου δεν την κατέχεις
μα ούτε το γαλάζιο τ΄ ουρανού

Τη γλώσσα μου την άλαλη
εσύ διαφεντεύεις
μα τα μελλούμενα που θ αρθούν
ποτέ δεν θα τ΄ αντέξεις

Τους στοχασμούς μου δεν γνωρίζεις
στην άγνοιά σου κολυμπάς
τα όνειρά μου δεν γνωρίζεις
και μπρος στη σιωπή μου λυγάς

Η μάνα γη απ΄ τα σπλάχνα της
θα σε ξεράσει
σαν παραδόσεις την σκοτεινή σου ψυχή
η ιστορία θα σε ξεχάσει
δε θα βρεθεί για σένα μελάνι ούτε γραφή.

ΘΑ ΚΡΑΤΗΣΩ ΖΩΝΤΑΝΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ

Μαζεύω τα θρύψαλα της καρδιάς μου
μείναν αρκετά τα συναρμολογώπήρε ο πόνος τη θέση της χαράς μου
φυλάκισα τις αναμνήσεις
και συγχώρεση απ΄ αυτές ζητώ

Ηφαίστειο μέσα μου η πίκρα σαν λάβα
και απ΄ όπου περνάει πετρώνει με μιας
κερί που αδιάκοπα καυτό δάκρυ στάζει
σε κλειστό παραθύρι και σ΄ αποκαίδια φωτιάς

Θα κρατήσω ζωντανά τα όνειρά μου
οι μνήμες θ΄ άχουν χρώμα και φως
νύμφες και μοίρες θα υμνούν την αγάπη
και θ΄ αρμενίζω μαζί τους σε χλωμόχρυσο ουρανό

ΤΟ ΜΕΘΥΣΙ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ

Με το κρασί της προδοσίας έχει μεθύσει
ξυπόλυτος στ΄ αχνάρια της αλήθειας βαδίζει
πονά και το δείχνει, πονά
σαν το Χριστό που το σταυρό του βαστάει
και οι σκέψεις σαν τα βέλη της Άρτεμης τα αιχμηρά
φωνή χωρίς ήχο και χρώμα
σαν εφηβεία που ερωτική δεν έχει χαρά
τέφρα και στάχτη άχρωμες φιλίες
σαν δίχτυα όλο φύκια μα χωρίς ψαριά
σαν τη θεά Αθηνά χωρίς πανοπλία
σαν παιδί χωρίς ψέμα και ζαβολιά
σαν ροδαυγή που ο ήλιος ξεχνά να φιλήσει
σαν τη νιότη που του έρωτα τα πορτόφυλλα κρατάει κλειστά
με αγάπη τον πόνο ναρκώνει
μη δραπετεύσει και ανοίξει σε άλλον πληγή
το τραύμα προσπαθεί να επουλώσει
μα σαν γυναίκα αυτό αιμορραγεί.

ΟΤΑΝ ΜΟΥ ΛΕΣ Σ ΑΓΑΠΩ

Όταν τα μάτια σου κοιτώ
θαρρείς και ο ουρανός
φοράει τα καλά του
στολίζεται με τ΄ άστρα του
και βάζει το φεγγάρι στα μαλλιά του

Παντρεύεται την άνοιξη
με ροδαυγής στεφάνια
λαμπάδες λεμονοκυπάρισσα
γοργόνες με κοράλλια

Το νέκταρ πίνει των θεών
στα χρυσοκάνατά τους
σαν με αγγίζουν τρυφερά
τα ακροδάχτυλά σου

Και του Ολύμπου οι άρχοντες
σαν με κοιτάς στα μάτια
στολίζουνε τους θρόνους τους
με πέπλα από ατλάζια

Οταν μου λες πως μ΄ αγαπάς
βγαίνει ο ουρανός σεργιάνι
στις γειτονιές των αστεριών
ανάβοντας φωτιές με το φεγγάρι.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ Μ΄ΑΠΑΝΤΑΣ

Κοντά σου ήρθα, σε φώναξα
δεν ξέρω αν μ΄ άκουσες
σου είπα πως πληγώθηκα
μα εσύ δεν μου απάντησες

Σου είπα πως ξεκόλλησε
κομμάτι της καρδιάς μου
πάλι δεν μου απάντησες
δεν το ΄νοιωσες μαμά μου;

Γειτόνευες τα σύννεφα
και αγνάντευες από εκεί
μα εσύ δεν μου απάντησες
δεν μ΄ άκουγες ; και πόναγα πολύ

Να ακουμπήσω θ΄άθελα
στο γέρικό σου στήθος
που σαν ξωκλήσι απόμεινα
χωρίς καμπάνας ήχο

Και να σου πω ότι δεν έφυγε
η αγάπη απ΄ την ψυχή μου
καλή μου αυτή δεν στέρεψε
μεγάλωσε η πληγή μου

Θυμάσαι, πάντα μου έλεγες
να ακούω την καρδιά μου
και αν πονέσω,
μόνη μου να βρω τη γιατρειά μου
μαμά μου μάτωσα πολύ, γιατί δεν μ΄ απαντάς ;

ΜΑΝΑ ΑΛΩΒΗΤΗ ΠΕΡΗΦΑΝΗ

Είναι τυχαίο που σε γιορτάζουμε Μάη
Είναι τυχαίο που μοσχοβολάς πασχαλιά
Είναι τυχαίο που αγαπάς πριν ακόμα γεννήσεις
Τους καρπούς που στα σπλάχνα κρατάς.

Είναι τυχαίο που μανούλα είσαι μία
Και μία είναι και η Παναγιά
Απαστράπτουσα εσύ αμαζόνα
Που τους πυρσούς της ζωής αναμένους κρατάς.

Υφαίνεις στο δείλι την αρετή, τα οράματά μας
Τα τυλίγεις σε μετάξι ανατολής
Σμιλεύεις σαν διαμάντι τους βλαστούς της αγάπης
Και σε έναστρους δρόμους μας οδηγείς.

Του ουρανού φως και αγίασμα είσαι
Το χάδι σου ανάσα, πνοή σε άνθος κερασιάς
Το βλέμμα σου αγνάντεμα του φεγγαριού σε κρυσταλλένια ακρογιάλια και η ευχή σου δάκρυ χαράς της Παναγιάς.

Κι όταν ο χρόνος τα μαλλιά σου
Με άνθη στολίσει λευκά
Σαν χελιδόνια ανοιχτή τα φτερά σου θα έχεις
Μάνα εσύ αλώβητη περήφανη κερά.


Για τη Φανούλα


ΘΑ ΚΡΑΤΗΣΩ ΖΩΝΤΑΝΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ

Μαζεύω τα θρύψαλα της καρδιάς μου
Μείναν αρκετά να συναρμολογώ
Πήρε ο πόνος τη θέση της χαράς μου
Φυλάκισα τις αναμνήσεις
Και συγχώρεση απ' αυτές ζητώ.

Ηφαίστειο μέσα μου η πίκρα σαν λάβα
Και απ' όπου περνάει πετρώνει με μιας
Κερί που αδιάκοπα καυτό στάζει
Σε κλειστό παραθύρι και σ' αποκαϊδια φωτιάς.

Θα κρατήσω ζωντανά τα όνειρά μου
Οι μνήμες θά' χουν χρώμα και φως
Νύμφες και μοίρες θα υμνούν την αγάπη
Και θ' αρμενίζω μαζί τους σε χλωμόχρυσο ουρανό.

Το όνειρο

Δεν ξέρω αν ήταν όνειρο
αυτό που είδα μπροστά μου
ή αν παιχνίδι ήτανε
που μου ‘παιζε η καρδιά μου.

Κόρη λεπτή σαν την ιτιά
με μάτια φλογισμένα
τα χέρια της γλάρων φτερά
λικνίζουν ανοιγμένα.

Σα νούφαρα τα χείλη της
τρελά με προκαλούσαν
κύκνων φτερά τα στήθη της
τον έρωτα ζητούσαν.

Ψηλή, μαρμαροτράχηλη
και φεγγαρολουσμένη,
κορμί σαν Καρυάτιδα
ουράνια κοιμωμένη.

Το πρόσωπό της έλαμπε
όμοια Αφροδίτη
τα δυο της μάτια είχανε
το φως το Αποσπερίτη.

Μελένια ηλιοστάλακτη,
θέλω να ‘σαι κοντά μου
κι όταν ξυπνήσω, ήλιε μου,
μείνε στα όνειρά μου.

Δεν είμαστε μαζί

Περπατάω στους δρόμους και είμαι μόνη.
Ακούω διάφορες φωνές.
Παιδιών ίσως να είναι…
Να ξεχωρίσω δεν μπορώ αν είναι μουσικές.

Μόνη κι ο κόσμος γύρω μου βουβός
κι εσύ κοντά μου πια δεν είσαι.
Τι είναι ο έρωτας; σε ρώτησα μια μέρα
και μου ‘πες ότι καλύτερο υπάρχει στη ζωή.

Το τέλειο, το άριστο, το ωραίο,
το άνθος του ρόδου το πρωί.
Του ήλιου το χάϊδεμα στη φύση,
των γλάρων ταξίδι στ’ ανοιχτά.

Τ’ αγνάντεμα της θάλασσας στη δύση,
του Μάη τα βράδια τα ονειρικά.
Το τρυφερό νανούρισμα της μάνας,
το κλάμα του βρέφους γι’ αγκαλιά.

Στην άρπα του ο Ορφέας όταν παίζει
τη μαγική του μουσική
και στα γλυκά σου χείλη η γεύση
απ’ του Διόνυσου κρασί.

Η ειρήνη σε χώρες ματωμένες,
η χαρά στην παιδική ψυχή.
Η γη τη βροχή που περιμένει,
της Ενδοξοτέρας η ευχή.

Το όνειρο, το γέλιο και το κλάμα,
η ανάσα σου, το ιδρωμένο σου κορμί.
Τα βήματα στη σκάλα της αυλή μας,
το γύρισμα στην πόρτα του κλειδιού.

Αυτός ειν’ ο έρωτας; σε ρώτησα.
Μα…δε μου ‘πες
γιατί έχεις φύγει
και δεν είμαστε μαζί.

To παραμύθι

Στη λάβα του ήλιου, στη βροχή,
σ΄αέρα, σε χαλάζι
στέκουν εκεί καρτερικά
κάτω απ΄το φανάρι.

Τα παγωμένα απ΄τη βροχή
χεράκια τους απλώνουν
και η ματιά εκλιπαρεί
το μεροκάματο να βγει.

Ανάσταση δεν έρχεται
ποτέ μες στις ψυχές τους
κι ούτε το άστρο της Βηθλεέμ
λάμπει μες στις ματιές τους.

Γιατ΄ειν΄γεμάτα δάκρυα
από την αδικία
κορμάκια απροστάτευτα
από τ΄ανθρώπινα θηρία.

Τα γερασμένα νιάτα τους
τα βγάλαν στο παζάρι
κι απεγνωσμένα ψάχνουν
το μητρικό το χάδι.

Ψυχές γυμνές απ΄όνειρα
μα κι από παραμύθια
χωρίς νανούρισμα γλυκό
ούτε άγγελος της νύχτας

Που τα φτερά θα άπλωνε
πάνω τους τρυφερά
να ταξιδέψουνε μαζί
στου ονείρου τη χαρά.

Μα φαίνεται μαδίσανε
στο διάβα των καιρών
δε φτάνουν να σκεπάσουνε
παιδιά των φαναριών.

Η ευτυχία δεν πέρασε
ούτε στα όνειρά τους
χωρίς δάκρυ δεν κλείσανε
ποτέ τα βλέφαρά τους.

Στου Αισώπου δεν περπάτησαν
τα ωραία μονοπάτια
νεράιδες δεν αντίκρισαν
τα παιδικά τους ,μάτια.

Ας ευχηθούμε κάποτε
Πως θα΄ρθει ο καιρός
το παραμύθι της γιαγιάς
να αρχινά…

«Ήταν μια φορά κι ένα καιρό τα παιδιά των φαναριών,
ξυπόλητα σαν το Χριστό και ψάχνανε για ένα γοβάκι
-της Σταχτοπούτας ήτανε θαρρώ-
το βρήκα σ΄ένα απόμερο δρομάκι –ελπίδα λέγαν την οδό-
και τους το φόρεσα εγώ και…ξέρετε;
ταίριαζε σ΄όλα τα παιδιά, μικρά και μεγαλύτερα
και ζήσαμε εμείς καλά και τα παιδιά καλύτερα!»

Λέει ελευθερία

Ένα αχνορόδινο πρωινό
Στο φεύγα της νυχτιάς
Εκεί στις ρίζες κάθισα
Στης λεύκας τη σκιά

Οι θύμισες μου φέρανε
Στην άκρη το ποτάμι
Νέο δεμένο σέρνανε
Κάτω απ’ το πλατάνι

Το ριζικό του χάραξαν
Στου πρωινού το χάδι
Ντράπηκε ο ήλιος έκρυψε
Τη λαμπερή του χάρη

Βλέμμα ψυχρό, χείλι πικρό
Ρωτά με καταφρόνια
Ποιος είναι και πού μένει;
Κι ο νιος τους λέει με φωνή
Που πάγωσε τ’ αηδόνια

Εγώ εδώ γεννήθηκα
Κάτω απ’ αυτόν τον ήλιο
Εδώ τα φτερά μου άνοιξα
Κι άγγιξα το φεγγάρι
Τον έρωτα εδώ γεύτηκα
Στης λεμονιάς τα άνθη
Και τον ιδρώτα του κορμιού
Απ’ της δουλειάς τη χάρη

Εσείς μαύρη χλαμύδα της ντροπής
Και της απελπισίας
Γιατί με σημαδεύετε;
Ποιαν έχετε πατρίδα;

Έκλεισα τα μάτια κι αποκοιμήθηκα
Έκλεισα τ’ αυτιά μου στους βρυχηθμούς
Που βγαίναν απ’ τον Άδη
Άνοιξα την καρδιά μου στο φως
Του ανατέλλοντος ηλίου –στην Ειρήνη-

Της έπλυνα την πληγή μ’ αγίασμα και λάδι
Και τα μαλλιά της χτένισα
Μ’ απόσταγμα από άνθη
Στα δυο της χείλη έσταξα
Της Παναγιάς το δάκρυ


Σε δρόμους φεγγαρόφωτους
Την έκρυψα καλά
Στις γειτονιές των αστεριών
Και στις κρυστάλλινες πηγές
Που ξέρουν μόνο τα παιδιά

Στην κοίτη εδώ του ποταμού
Που γράφτηκε άνομη ιστορία
Τώρα με άνθη γιασεμιού
Λέει ελευθέρια

Έχει διαβαστεί 201 φορές
ΑΣΠΙΩΤΗ ΣΠ. ΜΑΡΑ
Επόμενο άρθρο
ΑΣΠΙΩΤΗ ΣΠ. ΜΑΡΑ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ...

Ποιός είναι online

Έχουμε online 20 επισκέπτες και 0 μέλη.

Επισκεψιμότητα