Τρίτη 26 Μαρτίου 2019
 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΧΑΤΖΗΑΝΕΣΤΗΣ ΑΒΡΑΑΜ

print
email
ΧΑΤΖΗΑΝΕΣΤΗΣ ΑΒΡΑΑΜ

Εκδοτικός Οίκος «Υδρόγειος»

Ο συγγραφέας Χατζηανέστης Αβραάμ γεννήθηκε στην Καβάλα το 1934 όπου και τελείωσε την Εμπορική Σχολή. Το 1959 βραβεύτηκε από το «Σύνδεσμο Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Καβάλας» με το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό ποιήματος με το ποίημά του «Απελπισίας αναμονή στα χαρακώματα».

Το 1961 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Πάντο-Γκάμα», με ποιήματα της περιόδου 1958-60. Από το 1971 ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Ποιήματά του έχουν περιληφθεί στην «Ανθολογία Ποίησης» του Ρένου - Ηρακλή Αποστολίδη.

Έχει ανέκδοτη την ποιητική συλλογή «Τα Παράθυρα», επίσης αρκετά πεζά έργα κι ένα θεατρικό. Έλαβε μέρος με ποιήματά του στις Ανθολογίες: «Καβαλιώτες ποιητές» και «Καβαλιώτες πεζογράφοι» σε εκδόσεις της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας. Έλαβε μέρος στην Ανθολογία Διηγήματος Μελών της «Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος» και το 2006 ακολουθεί η έκδοση «Η Μαρία, εγώ και το… παράθυρο» και η συμμετοχή του στην «Εγκυκλοπαίδεια Βορειοελλαδιτών Λογοτεχνών» και το 2007 ακολουθεί η παρούσα συμμετοχή του…Είναι μέλος της «Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος».

«Η Μαρία, εγώ και το παράθυρο» του Αβραάμ Χατζηανέστη
“…ακέραιος θα πεί, να κοιτάς μέσα σου και να βλέπεις τον άλλον”

-«Την περίπολο στο δρόμο την απέφυγα πολύ εύκολα, σχεδόν περάσανε δίπλα μου, μια φούχτα αμούστακα παιδιά. Ποιο απαίσιο χέρι κάρφωσε εκείνα τα καρφιά στις μπότες τους; Ποιο απαίσιο μυαλό μοίρασε τα όπλα; Σε ποιόν να δώσω το μίσος μου; Πρώτη φορά θα μάθαινα πόσο απ’ αυτό φύλαγα μέσα μου! Κι έπειτα αυτό το μικρό παιδί μπρος μου στο δρόμο, με τις μπίλιες στο χέρι, ήταν δεν ήταν δύο χρονών. Στάθηκα από πάνω του, σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε με δέος. Δύο ανοιγμένα μάτια στην ελπίδα, σκέφτηκα. Έπειτα από είκοσι χρόνια, ποιός θα βάλει τα καρφιά στις αρβύλες σου, ποιος θα σου μοιράσει τις σφαίρες; Ποιόν να μισήσω περισσότερο, αυτόν που φεύγει ή αυτόν που έρχεται, ψιθύρισα. Το χαμόγελο της ελπίδας και πάλι ελπίδα. Μου έδειξε τις μπίλιες του, κάτι είπε που δεν το κατάλαβα, του ανακάτεψα με την παλάμη μου τα μαλλιά και συνέχισα το δρόμο μου. Και ο Χίτλερ κάποτε ήταν ένα αθώο παιδί, σκέφτηκα και τρόμαξα».
…απόσπασμα από το βιβλίο “Η Μαρία, εγώ και το παράθυρο” του Αβραάμ Χατζηανέστη. Το καλύτερο βιβλίο, ενός μεγάλου Θεσσαλονικιού συγγραφέα-φιλόσοφου. σελ. 128. isbn: 960-8146-22-4

ΠΑΤΡΙΔΑ

Πρώτη φορά που ένιωσα τα δέντρα
να γέρνουν μέσα μου,
ήταν τότε που αρρώστησε η πατρίδα.
Να κλαίω και ο κόμπος στο λαιμό να με πνίγει,
να σκουπίζομαι με τα λερωμένα χέρια των μεγάλων.
Αυτά τα όπλα, απέναντι στα όπλα.
Αυτά τα κανόνια απέναντι στα κανόνια.
Αυτές οι λόγχες απέναντι στις λόγχες.
Αυτός ο αδελφός απέναντι στον αδελφό.
Αυτή η εικόνα θα μείνει στο στήθος μου,
βαθιά μέσα στον άλλο.
Αυτό το πρόσωπο δικό μου,
αυτό το στήθος δικό μου.
Αυτός ο άλλος, εγώ.
Ο εχθρός, που είναι ο εχθρός;
Γιατί η φωτιά απέναντι στη φωτιά;
Και να μην υπάρχει ένας Νώε
ν’ ανοίξει το παράθυρο,
να φτερουγίσει το περιστέρι της Ειρήνης,
και να μην υπάρχει ο καλός Σαμαρείτης,
επιχέων στις πληγές έλαιον και οίνον.
Το φως, πού είναι το φως;
Τα παράθυρα, πού είναι τα παράθυρα;
Από που θα μπει ο Ήλιος;

Πατήστε το διακόπτη να ανατείλει η ειρήνη
να φέρουν τα στεφάνια της Ελιάς.

Η άνοιξη έρχεται

Τώρα είμαι ένα μεγάλο παιδί,
Μαζί μ’ ό, τι κληρονόμησα απ’ την άνοιξη
Κι ό, τι μου’ δωσαν οι σφικτές μου παλάμες.
Βλέπω το χώμα αλλιώτικο
Και τον άνθρωπο δίπλα στο βάρος που σηκώνω.
Μέσα μου αναδιπλωμένη η φωνή του χτες
Ανοίγει τις πόρτες της ψυχής μου,
Σαν ήλιος από σχισμή παραθύρου.
Ν’ ακουμπήσω τα παιδικά μου χρόνια,
Να μεθύσω μες το φως της άνοιξης,
Μέσα στο μοναδικό φως του άλλοτε.
Αν βρισκόμασταν μεγάλοι,
Δίχως παιδική ηλικία,
Το πρόσωπό μας ένα άλλο,
Ένα δωμάτιο χωρίς έπιπλα,
Δίχως παράθυρα και φωτισμό,
Ένα λιμάνι χωρίς θάλασσα.
Όμως μακριά από την άνοιξη,
Απ’ το θρόισμα του φθινοπώρου,  
Μακριά απ’ τη φυγή να περπατήσω.
Η όραση από πλάγια γωνία,
Στο μέσα χώρο όλο και πιο βαθιά.
Έτσι που μαραίνει ο καιρός τα φύλλα του,
Τα συνάγει η συνέπεια μέσα μας
Κι εκεί τα συντηρούμε
Απολαμβάνοντας τη θαμπάδα,
Που τους δίνει ο χρόνος.
Μη προσπερνάτε, υπάρχει καιρός.
Όπου να’ ναι
Η άνοιξη έρχεται.

Ακούσματα της Άνοιξης

Όταν ο ήλιος χάνονταν στον ορίζοντα,
Βούρκωναν τα μάτια μου.
Αυτός ο θάνατος ανήκει αλλού,
Αυτή η εικόνα θαμμένη στο στήθος μου,
Βαθιά μέσα στον άλλο,
Μέσα στον άλλο ήθελα να ζω.
Μια πράξη από δυο μικρές παλάμες παιδιού
Είναι πάντοτε αθώες.
Με ποιο χέρι να πιάσω τη λόγχη;
Αυτό το πρόσωπο, δικό μου.
Αυτό το στήθος, δικό μου.
Αυτός ο άνθρωπος, δικός μου.
Ο εχθρός που είναι ο εχθρός;
Δεν υπάρχει εχθρός.
Ανοίξτε τα παράθυρα.
Να μπει η μέρα
Να έρθουν τα ακούσματα
Της άνοιξης
Να στεγνώσουν τα δάκρυά μας.

Ο Λόγος σου

Ο λόγος σου, φως
Στ’ ουρανού το παράθυρο
Τα μάτια του ήλιου
Υμνούν της αυγής το ξημέρωμα

Μια μέρα ακόμα
Ο ήλιος της άνοιξης
Στα δέντρα βλασταίνει
Ο καρπός

Την έγερση ψάλλει
Η αγάπη σου Κύριε
Σε ήχους ανέσπερους
Στα σύμπαντα λάμπει
Το φως

Ανθίζει η άνοιξη
Λουλούδια στο πρόσωπο
Της γης ευωδιάζει
Ο καρπός

Υμνώντας τον κόσμο του
Ο φλοίσβος της θάλασσας
Μετράει των άστρων
Το φως

Η αγάπη σου Κύριε
Τα άνθη της άνοιξης
Αγκάλη του όλου
Παντός

Ειρήνη

Αγαπημένη μου γυναίκα
καλά μου παιδιά,
πώς μπορώ να φωνάξω λόγια
που δεν υπάρχουν,
ν’ αγκαλιάσω τη βροχή μες την άνοιξη,
να γευτώ άγνωστα αισθήματα;
Το μίσος κυκλοφορεί άπλετα στους δρόμους.
Με ποια λιθάρια να χτίσω το σπίτι μας;
Ποιο σίδερο να βάλω στις κολώνες;
Οβίδες και κανόνια.
Και πάλι οβίδες και κανόνια.
Και ξίφη, στρατιές από ξίφη.
Κι ο Απολύων να μαραίνει την άνοιξη,
να γκρεμίζει το όρος των Ελαιών,
αυτό που πότισαν τα δάκρυα Εκείνου.
Ανοίξτε τα παράθυρα να μπει η μέρα,
να φύγουν οι σκιές,
να υφάνει ο Ήλιος την όψη του.
Ένα ύφασμα από Ήλιο,
μην το τεμαχίσετε, φορέστε το όπως είναι.
Είναι ένας δρόμος
πάνω στο δρόμο της ελπίδας.
Ήρθαμε για να τον διαβούμε.
Στην αγκαλιά μας μαράθηκαν οι κλώνοι της ελιάς.
Ειρήνη, πού είσαι;
Είμαστε εδώ και σε περιμένουμε…

Σε μνήμη

Να το κάνω φυλαχτό για τα παλικάρια
ήθελα στα μάτια ένα δάκρυ,
όχι από πέτρα, από σίδερο και φωτιά.
Να κυλήσει από μάτι σε μάτι,
από πρόσωπο σε πρόσωπο
πάνω στους ανθρώπους και στα δέντρα.
Ένα δάκρυ όχι από χέρι ανθρώπινο
από καρδιά ανθρώπινη.
Παλικάρι πρώτο κι έσχατο
από θύμιση και θλίψη, παλικάρι.
Έγραψες τη φωνή σου στον αγέρα τόσο
που φύσηξε το μίσος και την έσβησε.
Είπες, "δε μπαίνω στην κιβωτό,
την κιβωτό την έχω μέσα μου,
δεν κρατώ στα χέρια μου περιστέρια,
τα περιστέρια τα έχω μέσα μου".
Μέσα σου ένα δέντρο, ο καρπός του , Ελιά.
Τροφή για τους ανθρώπους.
Λάδι για τη δάδα της ειρήνης, παλικάρι.
Έπειτα ήρθαν απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο,
σημάδεψαν ό,τι είχες μέσα σου,
τόσο που λύγισαν τα γόνατά σου στο χώμα.
Κοίταξες με απορία τον ουρανό
κι είδες πως ένας αληθινός ήρωας γεννιέται.

Εδώ αποθέστε τα στεφάνια της ελιάς.

Απόσπασμα από το βιβλίο του «ΠΑΝΤΟ-ΓΚΑΜΑ»

Κλείσαμε τα μάτια, δεν είδαμε τους αδελφούς μας και πυροβολήσαμε.
Σταματήσαμε έξω από μία πόρτα .
Πάνω της ήταν γραμμένο «Πόλεμος».

Μας άγγιξαν στον ώμο παγωμένα δάχτυλα.
Κρύψαμε τα χέρια μας με τρόμο και
γείραμε τα μέτωπά μας από ντροπή.

Εδώ στο χώμα που ποδοπάτησε ο άνθρωπος
κάποιο όνομα ας πούμε.

ΕΙΡΗΝΗ,

Τα δρεπάνια θέλουν στιβαρά χέρια
κι η αγάπη δε γίνεται με φωτιά και σίδερο.

Έχει διαβαστεί 234 φορές
ΧΑΡΗ ΚΟΡΙΝΑ
Προηγούμενο άρθρο
ΧΑΡΗ ΚΟΡΙΝΑ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ...

Επισκεψιμότητα