Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019
 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΔΗΜΑΚΗ ΜΑΡΙΑ

print
email
ΔΗΜΑΚΗ ΜΑΡΙΑ

Εκδοτικός Οίκος «Υδρόγειος»

Ζωγράφος, χαράκτρια, συγγραφέας-ποιήτρια, φοιτήτρια Ιατρικής. Βράβευση και μετάλλιο στο 2nd AAW International Youth Salon 2007 στην Αλεξάνδρεια (Αίγυπτος, ΜΕΞΙΚΟ, 10/2007-2-2008). Επιλέχθηκαν έργα της να παρουσιαστούν ανάμεσα στους 100 καλλιτέχνες από 26 χώρες, στο Βιβλίο “The Mail Art Project 31.12.06:IMMIGRATION” που θα εκδοθεί στο Μαϊάμι, ΗΠΑ σε 3 γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά). 2ο βραβείο ποίησης από την οργάνωση για τον πολιτισμό «Αργοναύτες» και τις εκδόσεις «Υδρόγειος» στον 1ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ποίησης (8/6/2007), Βραβείο Δημιουργικής Γραφής από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ (2/2007), 1ο βραβείο Πανελλήνιου διαγωνισμού έκθεσης ιδεών, 2ο βραβείο ποίησης Ένωσης Φιλολόγων Ν. Λάρισας, 3ο βραβείο διαγωνισμού Σχεδίου από περιοδικό των Αττικών Εκδόσεων, Διάκριση διηγήματος της ΝΕ.ΚΙ.Λ. (Νέα Κίνηση Λογοτεχνών).

Έργα της βρίσκονται στο αρχείο του Κέντρου Πολιτιστικών υποθέσεων Πηλίου «Πηλαίον», σε προσωπικές συλλογές και στα γραφεία της ΤΕΔΚ (Τοπική Ένωση Δήμων & Κοινοτήτων) Ν. Λάρισας. Μέλος της γαλλικής ένωσης καλλιτεχνών NAUTE.ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ

Κατάλογοι του 1ου Πανελλήνιου διαγωνισμού βιομηχανικού σχεδίου επίπλων γραφείου της ΑΕ DROMEAS ABEEA καθώς και του 2ου Διεθνούς διαγωνισμού αντίστοιχα, Εκθέσεις μοντέρνας τέχνης «belle arte lamia» (Λαμία, 2005 και 2007), Κέντρο Τέχνης “X” (Λάρισα, 2005), MAIL ART σε Ελλάδα και Εξωτερικό, 5ο Φεστιβάλ Θαλάσσης στη Βελίκα, “ALYONKA” 2006 και “SPUTNIK” 2007 στο Εθνικό Μουσείο καλών Τεχνών Yoshkar-Ola Ρωσία, 10ο Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών «ΔΙΑ-ΡΟΕΣ 2007» (Αθήνα, ΜΕΤΡΟ Σύνταγμα), Ποιητικές ανθολογίες (εκδόσεις Υδρόγειος), Δημοπρασία έργων Τέχνης One Earth για τα προγράμματα εξασφάλισης νερού στην Αφρική.

Μάνα

«Πόλεμος!» μας είπανε τη νύχτα που η μάνα έραβε.
Ετοιμοθάνατη η λάμπα στο ταβάνι, κι έτσι τυφλά τα δάχτυλά της κένταγαν
ερωδιούς.
Κι από τότε μανάδες και οι κόρες γινήκαμε θνητά ρολόγια.
Στα χαρακώματα της πλέξης πολεμάγαμε το χρόνο.
Με τις κλωστές μαχόμασταν τις ώρες.
Πάνω από το χρώμα της φανέλας –το ανάπηρο λευκό- θρηνούσαμε γιους
και αδελφούς.
Άτσαλα νήματα ανταγωνίζονταν τις τέλειες ραφές.
Και η ησυχία το λυγμό μιας μάνας.
Δάκρυα που σκόνταφταν στις πλέξεις.
Στον ήχο της σφαίρας σπάει ο θόλος του ουρανού,
«Το ’ξερες εσύ πως ήταν γυάλινος;»
Κι ύστερα ένα πρόσωπο βαρύ, να τσαλακώνει τη δαντέλα.
Μέσα στον κόκκινο και άδικο λεκέ,
ως άλλη Οφηλία να πνίγεται.
Και το ρολόι να μετρά μονάχα τις απουσίες,
Να περιμένει πότε θ’ ανοίξουμε οι χούφτες για να πιαστεί στα νταντελένια της
χωράφια, στους ξεφτισμένους ερωδιούς της πρώτης νύχτας.

Γάλα

Ούρλιαζε το ράδιο.
Στη χύτρα το γάλα έβραζε.
Θάρρησα πως ήσαν οι ατμοί που φώναζαν τον πόλεμο,
Ακάλεστο επισκέπτη που στέρεψε το στόμα μου.
Θήλασα μονάχα απουσία.
Έλειπε ο πατέρας όπως το γάλα από βυζί οκτάχρονης.
Θέλησε να ξεχαστεί σαν καμένο μπρίκι.
Χρόνια μετά το γυάλισα και το ’βαλα σε πάγκο.
Μα τον άγιο παράμεσο στο δεξί μου χέρι!, ορκίστηκα στο γάμο μου, που πιο
τρανό δεν έχω, πως επανάσταση είναι το γάλα χυμένο στους δρόμους κι όχι
αγρύπνια μιας πληγής.
Οι χρόνοι με ξεδίψασαν, βύζαινα τους χυμούς τους.
Έβρισκα καμένο γάλα στο τραπέζι.
Στην τελευταία στάλα του μούσκεμα την εικόνα του πατέρα·
Μια θύμηση τόσο δα μικρή,
ψίχα σε παλάμη.

ΔΟΞΑ (Μάνα των μαχών)

Σαλεύει μες στη σάρκα η ψυχή.
Κλαίει το σώμα των μαχών τη φυλή των ηρώων.
Η ιστορία όμως γεννήθηκε από λαούς παραμυθάδων.
Μάρτυρας ο θεατής που δε μετρά τις απουσίες κι έχει το ξίφος για δικαίωμα.
Γυρεύοντας τη μάνα των μαχών –ίδια με μονομάτη Κύκλωπα- τη δόξα.
Σ’ έναν τοκετό πυροβασία.
Σε νου αθάνατο και σώμα νεκρικό.
Στον ύπνο του δειλού και σε όραμα γενναίου,
εκείνη να γεννά Αλέξανδρους.  

Θηλασμός

(Ι)

Το γάλα χύθηκε στο στέρνο
με τα δάχτυλα σχεδίασε δυο όμορφες θηλές
ένα καινούριο σώμα.
Η ζωγραφιά χόρτασε κι εσύ υποφέρεις από τα πληγωμένα φεγγάρια.
Στο δέρμα άστραφταν οι πινελιές.
Πάνω του  μια γερακίνα βύζαινε το δίδυμο αδερφό μου,
μια φτερωτή μάνα με ανθρώπινα μαστάρια
και δυο χέρια σερνικά, προσκυνητές που θερμοπαρακαλάνε.
Σ’ όλη την αγιογραφία δεν είδα φωτοστέφανο
μόνον την αρπακτική μητρότητα.
Η Αγία, πιο ψηλά στο πετσί πάνω σ’ ένα σύννεφο
από ατμούς βρασμένου γάλακτος
ευλογούσε το θηλασμό!

Όνειρο

Δύο γοβάκια.
Ζαρίφικα.
Ένα με άκρη αιχμηρή – πτήση του εικοστού αιώνα.
Μύτη θηρευτή, χνάρι ράμφους αλκυόνας.
Η φτέρνα ραχάτευε σε πουπουλένιο ύψωμα
με αντίβαρο μισή σκιά αρπακτικού
Τέσσερα νύχια, σκληρά γαμψά
το σώμα μπαλωμένο
με της ραφές να ντρέπονται τους ξυπόλυτους καημούς
και να κρύβονται στο πυκνό φτέρωμα
Όλα παραλλαγές του ίδιου χρώματος, του βρώμικου λευκού.
Μέσα στην αγκάλη της δερματίνης φώλιαζε ένα αυγό μονόφθαλμο.
Στη χόβολη του πετσιού επωαζόταν.
Ήταν ένα καλαπόδι ωοτόκο.
Μια παπουτσωμένη μήτρα.
Κι ένα δεύτερο παπούτσι, ίδιο ψάρι
με την γυάλινη πλημμύρα στα χείλη.
Ιδρωμένα αραχνοπουκάμισα απλωμένα στον αυχένα.
Μέσα του ένα λαθραίο ζώο,
μια γάτα γαλανή με άτριχη μουσούδα
έγλειφε τα ξεπετσιασμένα βράγχια.
Ένα τακούνι ύφαλος με κρηπίδα ξύλινα λέπια
και μια ανήσυχη ψαροουρά να ψάχνει το κεφάλι.
Το δεύτερο καλαπόδι θα γεννούσε τρικυμίες.

Γαλανέ

Σε θέλησα,
ήσουν όμως αλλουνού.
Περίβολος δίχως φράχτες.
Με σώμα μελανό, νυχτερινό και χνούδι λευκό του γιασεμιού.
Ξημέρωσες σαν εκείνο ρίγησε στην ανάσα ζώου
μεγάλου σαν πλανήτη
αδιάκριτου σα λεπιδόπτερο
αγχωμένου σα νιογέννητο.
Κεραυνός ο φόβος σου, αναίτιος.
Δε μου αρέσουνε οι έρωτες μονάχα οι στιγμές.
Να ξεχάσω τις αποσκευές μου στο αστρικό στόμα σου.
Ήθελα να απολέσω τον εαυτό μου,
να γίνω παπαρούνα ωμή να με μασήσεις
και τα αποφάγια όνειρα,
κομήτες να χαλάσουνε τη γη και το κορμί μου.
Στάχτες να ‘χουν την ευωδιά της αμέλειας.
Στην αγρύπνια της σελήνης άναψα τα μάτια μου
γυρεύοντας με λευκό φως να κάψω την αρτιμέλειά σου.
Σε ήθελα σακάτη, γαλανέ
να στερηθούν οι θάλασσες το χρώμα από τον ίσκιο σου,
πλανήτες να αποικήσουνε το σώμα μου
και έρωτες πλαγιάζοντας με μνήμες, να τίκτουνε μετάνοιες
για κείνες τις στιγμές που δε σ’ αγάπησα.

Αύρα

Άλικος σαν τη φωτιά, ένας κορμός φλεγόμενος από την κάψα
του θερινού ηλιοστασίου με θαμπώνει.
Έχει κόκκινα κλαριά σαν καύτρες.
Πάνω στις καμένες άκρες αυτού του φυτιλιού του θέρους,
κρεμάμενα κοχύλια παίζουν με το άστρο της ημέρας
και τα δάκτυλα της κόρης,
Με θωπείες τα ξεγελά κι όταν εκείνα θαρρεμένα τραγουδούν
τ΄αφαλοκόβει.
Έχει μακριά τα μαλλιά της, στάχυα ίσια, αλύγιστα από τον απηλιώτη,
σκονισμένα από την άμμο που στο βήμα της σκοτεινιάζει.
Αρπάζει μια κοχύλα που σιγοσφυρίζει σα μονάχη ξεχασμένη μπουρού.
Στα χείλη της θυμάται το τραγούδι της σειρήνας.
Με πνοή δυνατότερη απ΄του λεβάντε, μοιάζει η ηχώ σαν κύμα
στην  αρμυρή γλώσσα της.
Σε τούτο το χορό περπατά ξωπίσω της και πλάι της,
σερνάμενη στα χαλίκια της ακτής,
Μια αράπικη μορφή
μαβιά σαν τις κρυμμένες των βράχων πεταλίδες.
Μια σκιά λιγνή σαν αστροπελέκι.
Ένα κορμί σαν όστρακο
Λούστρο γενάμενο απο του αυτοσχεδιασμού το λουλάκι,
τη δροσιά της θάλασσας,
Γεννήθηκε στο Νότο και αρέσκεται στους ψιθύρους των στρειδιών.
Τη φωνάζουν Όστρια!

ΜΑΗΣ

Μέσα στην παλίρροια, το βρέφος άντεχε
Ήταν ένα μωρό με πείσμα.
Έπλεε στο έλεος μιας μήτρας άφαντης με την αγωνία της αρτιμέλειας…
Κι ένας Μάης γεννήθηκε.
Το έβλεπα στ’ αρμυρίκια στους γοφούς,
Τους πανσέδες στα δάχτυλα
Με πρόσωπο παιδικό και μια δίψα στο στόμα όπως όλα τα ψαροπούλια.
Προτιμούσε τα γυμνά πέλματα κι όχι τους φελλούς που γλιστρούν στα χτένια.
Είχε προσμονή στο βλέμμα σα νεοσσός.
Γύρεψε τον κατάλληλο βλαστό, την πιο ντροπαλή πεδιάδα, εκείνη που
Κοκκινίζει στην αφή, για τη μέλισσα που τον ήθελε αιχμάλωτο στις κυψέλες-
Και της κάνει το χατίρι.
Βάφει το μέλι της χρυσό,
Κάνει το θυμάρι ήλιο, καθώς στις παλάμες του γλιστρούν μελίσσια
Στα χέρια του Μαγιού.

ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΑΠΡΙΛΗΣ
   
Μια ψυχή χλωμή, κιτρινιάρα από την αρρώστια του ήλιου,
Αναπαύεται σε καμένο δέρμα
Ένα κορμί γυμνό επιπλέει ρίχνοντας το σάπιο είδωλό του στο βυθό.
Γνωρίζει πως είναι βαρύς ο ίσκιος τούτη την ώρα και τον εκδικείται πνίγοντάς τον.
Μια πεταλούδα στέκεται στα χείλη
Πασχαλιές μεταναστεύουν στο βυθό, ψιθυρίζουν μυστικά από γέννες στεριανών.
Για τη μάνα που διάλεξε τη γαλήνη για μαία,
Τη φωτεινή μέρα του Απρίλη ψάρια με μίσχους να την ξεγεννήσουν.
Μένει ακίνητη σαν την άνοιξη που ξεχάστηκε στο συρτάρι,
Τον αποξηραμένο ανθό στα κατάλευκα σεντόνια.
Πρώτη φορά παιδί θα έβλεπε πανσέληνο καταμεσής της μέρας,
Φεγγάρι να βογκά ασημώνοντας το κύμα
Και τη θάλασσα να βαφτίζει τον γενέθλιο Απρίλη

ΟΝΕΙΡΟ ΧΕΙΜΕΡΙΝΗΣ ΝΥΚΤΟΣ

Μια νύκτα του χειμώνα άντρες και γυναίκες είδαν το ίδιο όνειρο.
Ονειρεύτηκαν πως κυνηγούσαν έναν άντρα ψηλό, γαλανομάτη.
Με το παντελόνι του σκισμένο, τα μπατζάκια του κοντά
Κι ένα στεφάνι κεντημένο πάνω του να τον ματώνουν οι ιδρωμένες παπαρούνες.
Είδαν τον Μάρτη θνητό και άρρωστο
Καχεκτικό και κιτρινιάρη να λιγοθυμά από εξάντληση.
Στον ύπνο τους τον προσπέρασαν βρέχοντας τα πόδια τους στ’ αρμυρά του μάτια.
Σπρώχνοντας ένα δωδεκάχρονο αγόρι.
Μελαχρινό και άτυχο.
Ένα βαγόνι χτύπησε κι έσπασε το παιδικό του χέρι.
Με τον ένα πήχη ν’ ανθίζει και μια ανατολή να τη φορά στο στήθος,
Ήτανε ο νεαρός Απρίλης.
Στο δρόμο τους ένας αθλητής με γόνατα να καίνε,
Ένας Μάης με γάμπες ζεστές σαν καρβέλια.
Στο κεφάλι ένα καπέλο, στα χείλη ένα άγουρο χαμόγελο, στο σώμα λευκή περιβολή.
Με το χορό της σκόνης στα πόδια του,
Την καστανή πούλβερη να λεκιάζει το κορμί του.
Στη δύση του χειμώνα άντρες και γυναίκες είδαν το ίδιο όνειρο,
Μια σκουριασμένη μήκων, έναν εφαψία ήλιο,
Μια κουρασμένη άνοιξη.

Έχει διαβαστεί 163 φορές
ΔΕΤΣΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ
Προηγούμενο άρθρο
ΔΕΤΣΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ
ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗ ΧΡΥΣΟΥΛΑ
Επόμενο άρθρο
ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗ ΧΡΥΣΟΥΛΑ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ...

Ποιός είναι online

Έχουμε online 33 επισκέπτες και 0 μέλη.

Επισκεψιμότητα