Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019
 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΜΠΑΣΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

print
email
ΜΠΑΣΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Εκδοτικός Οίκος «Υδρόγειος»

Γεννήθηκα στην Αθήνα στις 4/10/1974 από αγρότες γονείς. Μέχρι την ηλικία των 16 ετών έζησα στον τόπο καταγωγής του πατέρα μου, ένα μικρό χωριό της ορεινής Κορινθίας, το Μεσσινό, όπου τελείωσα το γυμνάσιο. Το 1991 μπαρκάρισα στα καράβια και από τότε κατοικώ στην Πάτρα. Τον Απρίλιο του 1993 γεννιέται η μεγάλη μου κόρη, καθοριστικό σημείο αφού τότε ξεκίνησα να γράφω μικρά στιχάκια και να τα τραγουδώ με το μπουζούκι μου, στιχάκια που όλο και μεγάλωναν και άλλαζαν μορφή και δεν τα τραγουδούσα πια.

Έγραφα για τα όνειρα των ανθρώπων, για τις αγάπες τους, τα κρίματα, τις αδικίες. Φίλοι με παρότρυναν να συνεχίσω. Εξακολουθώ να ταξιδεύω και να γράφω. Το 2004 μελετώντας τον Νίκο Καββαδία, μαθαίνω από φίλο-συνάδελφο για διαγωνισμό ποίησης που γίνεται προς τιμή του και αποφασίζω να συμμετάσχω. Γράφω πρώτη φορά 20 ναυτικά ποιήματα και βραβεύτηκα. Αυτό μου έδωσε ακόμα μεγαλύτερο έναυσμα να συνεχίσω με περισσότερο πάθος να γράφω στον ελεύθερο χρόνο μου.

Στο άμεσο μέλλον θα εκδώσω την πρώτη ποιητική μου συλλογή που θα είναι αφιερωμένη σ’ αυτόν που δεν πρόλαβε ν’ αγγίξει τ’ όνειρο, σίγουρα όμως το είδε, σίγουρα το βλέπει από ‘κει πάνω κάθε μέρα. Σήμερα ζω στην Πάτρα. Έχω 3 παιδιά, την Γεωργία, την Αθανασία και τον Γιώργο. Είμαι ναυτικός και στόχος μου είναι να συνεισφέρω όσο μπορώ με το γράψιμό μου, να επιστρέψει το χαμένο χαμόγελο εκεί που ανήκει, στα πρόσωπα των ασθενών ψυχών, των προσφύγων της ανάγκης και ειδικά των παιδιών.

Η αυγή της ζωής

Ο ποιητής των ποιητών έμεινε να θαυμάζει
Τον ξέχειλο χιλιόφωτο αστραφτερό ουρανό
Η πρωινή πορφύρα του δειλά άρχισε να στάζει
Στις πιο ψηλές βραχοσκεπές στ’ αντικρινό βουνό.

Σε ρεματιές βαθύσκιωτες υψίφωνα τριζόνια
Το τελευταίο λέγανε τραγούδι της νυχτιάς
Του σκοταδιού τα ξωτικά, νεράιδες και τελώνια
Βουτιά κάναν στην άβυσσο της μυστικής σπηλιάς.

Φωτοστοιχίες διάσπαρτες, μύριες πυγολαμπίδες
Τους ιλαρούς τους σβήνανε φωσφορικούς φανούς
Γυάλιζαν στο πρωτόφωτο σαν ιπποτών ασπίδες
Ξέβαθα οι ποταμόπετρες στους διάφανους βυθούς.

Γέμιζε ο γέρο-πλάτανος τα κούφια σωθικά του
Με νυχτερίδες που άτσαλα τρέχανε να κρυφτούν
Σταφιδιασμένο το κορμί με ρόζους τα κλαριά του
Μα στ’ αηδονιού το φώλιασμα τρίζουνε και ριγούν.

Τα πρώτα ανατέλλοντα δόρατα φλογερά
Ερωτικά λογχίζουνε το μυροβόλο χώμα
Της γης αυτής που εγκυμονεί ακόμα μια φορά
Χίλια παιδιά, χίλια πουλιά, χίλια κλωνιά, ένα στόμα.

Χρυσοσταλίδες ντροπαλές νιογέννητης δροσούλας
Ραίνουνε τα ολότρεμα έφηβα φιλαράκια
Δακρύβρεχτα ασπρομάγουλα πρωτόγεννης μανούλας
Μοιάζουνε τα μισάνοιχτα αφράτα μπουμπουκάκια.

Το βλέμμα στην ηλιοπηγή χρυσοστεφάνομένα
τα καρπερά κεφάλια τους ρίχνουνε τα λιοτρόπια
ολομερής θ’ ακολουθούν σα να’ ναι υπνωτισμένα
το δρομολόι του βασιλιά ψηλά στα ουρανοτόπια

Αρώματα και χρώματα μεθούν μικρούς αλήτες
Σαματατζήδες φτερωτούς γυροκουβαλητές
Με κάλλους ανθοτρίματα της γλύκας οι τεχνίτες
Φτιάχνουνε τ’ αγριόμελο δεινοί ανθοτρυγίτες.

Γλυκόλαλοι πολύφωνοι τραγουδιστές του δάσους
Δοξολογούν και ψάλλουνε ύμνους μ ’αγάπης λόγια
Λευκοντυμένο άγγελο ζωοδότη θείου πάθους
Καλούν να κόψει αγιόκρινο απ’ της Εδέμ τ’ ανώγεια.
Μάστορας πρωτομάστορας και μέγας αρχιχτίστης
Πλασμένος ψαλιδόκορμος πρόσφυγας του νοτιά
Μια κρεμαστή χτίζει εκκλησιά σημάδι κάθε πίστης
Σ’ αρχαίου πετρογέφυρου καμάρα αρχοντικιά

Σκύβουν τα λεπιδόφυλλα κλωνάρια οι καλαμιώνες
Σκίζουν το καταγάργαρο κρυστάλλινο νερό
Απόσταγμα παλιού χιονιά που τρέχει στους αιώνες
Να ξεδιψάσει τις ψυχές στης νιότης το χορό.

Σε καταρράκτη τρίπατο με δαντελένια χείλη
Γκρεμίζεται, εξαγνίζεται, γίνεται ανθονέρι
Νουφαροστόλιστο λουτρό να πλύνει το μαντήλι
Που δένει το ολόγιομο του Μάρτη το πανέρι.

Κρεμνά η αντικρινή πλαγιά, τα ηλιοκεντημένα
Καθάρια, αχνοπράσινα, πανάκριβα χαλιά της
Στου πάθους την αναπνοή μ’ αγέρα χτενισμένα
Χαρίζει κόρη άσπιλη τα ζωντανά μαλλιά της.

Χύνεται ως τα πέρατα το μαργαριταρένιο
Λιβάδι του παραμυθιού στρωμένο μ’ ανεμώνες
Στων λουλουδιών τη θάλασσα, σώμα βουτά σταρένιο
Παραδομένο γεύεται εαρινές ορμόνες.

Σύννεφο έφερε γοργό από μακριά χαμπέρι
Πως μέσα στ’ ανθαγκάλιασμα κύριος αναστήθει
Γεμίσανε οι πασχαλιές τ’ Απρίλη το παρτέρι
Γαρδένιες και λεμονανθοί φουσκώνουνε τα στήθη.

Πλέκουνε ροδοστέφανα για του Μαγιού τη χάρη
Κοπέλες που ‘ναι αφίλητες στου φεγγαριού το χρώμα
Τ’ ονείρου το πλατύσκαλο διαβαίνουν με καμάρι
Στον τρίτο γιο της άνοιξης δίνουν φιλί στο στόμα.

«Χρόνιο άγος»

Σαν τ’ αρχαγγέλου το στερνό σάλπισμα μες το χρόνο
χαρόλαλη λυκοκραυγή ακούστηκε στη δύση
θούριος ήχησε τρανός σφραγίζοντας το φόνο
ράγισαν τ’ ακροθέμελα σ’ ανέσπερο ξωκλήσι.

Άστραψε για άλλη μια φορά του δαίμονα το νύχι
σχίζοντας τα μεσούρανα στη γη του πέρα κόσμου
κρύβει το φως τ’ αυγερινού κι άδικο κακοψύχι
μαραίνει το στερνό κλωνί του ψυχοδότη δυόσμου.

Οι Καστελάνοι της φωτιάς πρόσταξαν ένα βράδυ
δορυφορούμενους τρελούς στου πόνου το βασίλειο
να πιουν απ’ τα αγιοκάντηλα τ’ αγγελιασμένο λάδι
να κόψουν να μοιράσουνε να σβήσουνε τον ήλιο.

Δασκαλοπαίδι θαλερό του χάροντα καμάρι
τη θρυαλλίδα άναψε σ’ ανήλιαγο δερβένι
κάτω απ’ το ματοστάλαχτο λυπητερό φεγγάρι
διακρότημα θανατερό τη σιγαλιά βαραίνει.

Το βούκινο του σπαραγμού σφυρίζουν καλεστήδες
μήνυμα που ο καράγιαλης σκορπά στ’ άγρια μέρη
του χαλασμού το σήμαντρο κράζει διαγουμιστήδες
νυχτοδιαβάτες μοχθηρούς σε ύπουλο καρτέρι.

Γκριζοντυμένη κονταυγή μέρα γιορτής και σχόλης
πέφτουν τα πρώτα φονικά χολόσταχτα πελέκια
σειρήνες ξύπνησαν το νου της κοιμισμένης πόλης
πήραν τ’ αμούστακα παιδιά στους ώμους τα ντουφέκια.

Στ’ άυπνου κάμπου τη σιωπή σπόρος δεν ανασαίνει
μονάχα μαύροι άγγελοι κάνουν ζευγολάτες
σπέρνουνε μολυβόσπορο σπορά φαρμακωμένη
και την φυτεύουνε βαθιά σε γυρισμένες πλάτες.

Πετούνε σιδερόφτερα γεράκια αιμοπότες
στάζοντας το φαρμάκι τους στ’ ανέμελα γιοφύλλια
της σκοτεινιάς καλπάζουνε αλυσσοφόροι ιππότες
συνθλίβοντας στο διάβα τους της νιότης τα σταφύλια.

Κομμένα άγουρα κορμιά στου χρέους τον άδειο κήπο
στο καρσινό περάσανε πικρό καραβοστάσι
με μάτια φύγαν ανοιχτά ακούγοντας το χτύπο
που είχε της μάνας η καρδιά μπροστά στο εικονοστάσι.

Στο καλαντάρι του χιονιά μέσα στο γκρίζο ψύχος
γαλαθηνά άφτερα πουλιά στοίβαξε η ορφάνια
δεν θα μπορέσουν να διαβούν της ερημιάς το τείχος
που ορθώνεται πανύψηλο με σάπια περηφάνια.

Λερό καλαμοσίταρο σε χούφτα ματωμένη
κλεισμένη ερμητικά κλειστά ως τη στερνή την ώρα
τότε που χύνονται αστραπές κι ο δράκοντας προσμένει
να πνίξει τ’ άσιτο παιδί μες στου χαμού τη μπόρα.

Γαζέτες μαυροπόρφυρες σε λασπωμένες σκάλες
Μαντατοφόρες του φονιά του πόνου προξενήτρες
Λούζουνε τα ματόκλαδα με ψυχοφθόρες στάλες
Που αιώνια θα ποτίζουνε χαροκαμένες μήτρες.

Η αυγή της ζωής

Ο ποιητής των ποιητών έμεινε να θαυμάζει
τον ξέχειλο χιλιόφωτο αστραφτερό ουρανό
η πρωινή πορφύρα του δειλά άρχισε να στάζει
στις πιο ψηλές βραχοσκεπές στ’ αντικρινό βουνό.

Σε ρεματιές βαθύσκιωτες υψίφωνα τριζόνια
το τελευταίο λέγανε τραγούδι της νυχτιάς
του σκοταδιού τα ξωτικά, νεράιδες και τελώνια
βουτιά κάναν στην άβυσσο της μυστικής σπηλιάς.

Φωτοστοιχίες διάσπαρτες, μύριες πυγολαμπίδες
τους ιλαρούς τους σβήνανε φωσφορικούς φανούς
γυάλιζαν στο πρωτόφωτο σαν ιπποτών ασπίδες
ξέβαθα οι ποταμόπετρες στους διάφανους βυθούς.

Γέμιζε ο γέρο-πλάτανος τα κούφια σωθικά του
με νυχτερίδες που άτσαλα τρέχανε να κρυφτούν
σταφιδιασμένο το κορμί με ρόζους τα κλαριά του
μα στ’ αηδονιού το φώλιασμα τρίζουνε και ριγούν.

Τα πρώτα ανατέλλοντα δόρατα φλογερά
ερωτικά λογχίζουνε το μυροβόλο χώμα
της γης αυτής που εγκυμονεί ακόμα μια φορά
χίλια παιδιά, χίλια πουλιά, χίλια κλωνιά, ένα στόμα.

Χρυσοσταλίδες ντροπαλές νιογέννητης δροσούλας
ραίνουνε τα ολότρεμα έφηβα φιλαράκια
δακρύβρεχτα ασπρομάγουλα πρωτόγεννης μανούλας
μοιάζουνε τα μισάνοιχτα αφράτα μπουμπουκάκια.

Το βλέμμα στην ηλιοπηγή χρυσοστεφάνομένα
τα καρπερά κεφάλια τους ρίχνουνε τα λιοτρόπια
ολομερής θ’ ακολουθούν σα να’ ναι υπνωτισμένα
το δρομολόι του βασιλιά ψηλά στα ουρανοτόπια

Αρώματα και χρώματα μεθούν μικρούς αλήτες
σαματατζήδες φτερωτούς γυροκουβαλητές
με κάλλους ανθοτρίματα της γλύκας οι τεχνίτες
φτιάχνουνε τ’ αγριόμελο δεινοί ανθοτρυγίτες.

Γλυκόλαλοι πολύφωνοι τραγουδιστές του δάσους
δοξολογούν και ψάλλουνε ύμνους μ ’αγάπης λόγια
λευκοντυμένο άγγελο ζωοδότη θείου πάθους
καλούν να κόψει αγιόκρινο απ’ της Εδέμ τ’ ανώγεια.
Μάστορας πρωτομάστορας και μέγας αρχιχτίστης
πλασμένος ψαλιδόκορμος πρόσφυγας του νοτιά
μια κρεμαστή χτίζει εκκλησιά σημάδι κάθε πίστης
σ’ αρχαίου πετρογέφυρου καμάρα αρχοντικιά

Σκύβουν τα λεπιδόφυλλα κλωνάρια οι καλαμιώνες
σκίζουν το καταγάργαρο κρυστάλλινο νερό
απόσταγμα παλιού χιονιά που τρέχει στους αιώνες
να ξεδιψάσει τις ψυχές στης νιότης το χορό.

Σε καταρράκτη τρίπατο με δαντελένια χείλη
γκρεμίζεται, εξαγνίζεται, γίνεται ανθονέρι
νουφαροστόλιστο λουτρό να πλύνει το μαντήλι
που δένει το ολόγιομο του Μάρτη το πανέρι.

Κρεμνά η αντικρινή πλαγιά, τα ηλιοκεντημένα
καθάρια, αχνοπράσινα, πανάκριβα χαλιά της
στου πάθους την αναπνοή μ’ αγέρα χτενισμένα
χαρίζει κόρη άσπιλη τα ζωντανά μαλλιά της.

Χύνεται ως τα πέρατα το μαργαριταρένιο
λιβάδι του παραμυθιού στρωμένο μ’ ανεμώνες
στων λουλουδιών τη θάλασσα, σώμα βουτά σταρένιο
παραδομένο γεύεται εαρινές ορμόνες.

Σύννεφο έφερε γοργό από μακριά χαμπέρι
πως μέσα στ’ ανθαγκάλιασμα κύριος αναστήθη
γεμίσανε οι πασχαλιές τ’ Απρίλη το παρτέρι
γαρδένιες και λεμονανθοί φουσκώνουνε τα στήθη.

Πλέκουνε ροδοστέφανα για του Μαγιού τη χάρη
κοπέλες που ‘ναι αφίλητες στου φεγγαριού το χρώμα
τ’ ονείρου το πλατύσκαλο διαβαίνουν με καμάρι
στον τρίτο γιο της άνοιξης δίνουν φιλί στο στόμα.

 

Έχει διαβαστεί 190 φορές
ΜΠΑΝΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
Προηγούμενο άρθρο
ΜΠΑΝΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
ΜΠΕΛΜΠΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Επόμενο άρθρο
ΜΠΕΛΜΠΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ...

Ποιός είναι online

Έχουμε online 15 επισκέπτες και 0 μέλη.

Επισκεψιμότητα