Τρίτη 26 Μαρτίου 2019
 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΠΟΛΥΡΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ

print
email
ΠΟΛΥΡΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ

Εκδοτικός Οίκος «Υδρόγειος»

Ο Γιώργος Πολυράκης γεννήθηκε στα Σφακιά της Κρήτης. Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, του οποίου είναι διδάκτωρ. Σήμερα εργάζεται ως χειρουργός στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Το 1994 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο "Λύτρωση" και το 1995 το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο "Μαθητικές αναμνήσεις ". Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του "Εκείνη η στιγμή ".

Ακολούθησε, το Δεκέμβριο του 1998, το μυθιστόρημα "Χορεύοντας στη σιωπή", το οποίο αγαπήθηκε αμέσως από το αναγνωστικό κοινό και τιμήθηκε με το Βραβείο Πεζογραφίας της "Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων" . Μάλιστα, γυρίστηκε σε σίριαλ, το οποίο προβλήθηκε το χειμώνα του 2003 από την τηλεόραση του Alpha. Επίσης, κυκλοφορούν τα βιβλία του "Συνάντηση με το χθες" (Α' Βραβείο Μυθιστορήματος από τον Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός"),"Η κόρη της ανεμώνης" και "Με την πνοή του ανέμου".

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

"Πρόκειται για ένα βιβλίο με περιπετειώδη, αστυνομική πλοκή που συναρπάζει και γοητεύει τον αναγνώστη. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες οι δυο κυρίαρχες γυναικείες μορφές που πρωταγωνιστούν και δίνουν σε μια σκοτεινή ιστορία φως και ελπίδα.”
                Χαρίκλεια Δημακοπούλου, "ΕΣΤΙΑ",
για το βιβλίο "ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ”.

“Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛΥΡΑΚΗΣ έχει αναδειχθεί σε μια από τις λαμπερές παρουσίες τα τελευταία χρόνια, με βιβλία που διαβάζονται απνευστί ιδιαίτερα από τις γυναίκες. Η πένα του αναδύει ένα σπαραγμό και οι ήρωες του είναι πλάσματα ευαίσθητα.”
Στέφανος Δάνδολος, " ΒΡΑΔΥΝΗ".

“Το "Συνάντηση με το χθές" είναι ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο λόγω της πλοκής και του σχεδόν αστυνομικού σασπένς που παρουσιάζει . Περιγραφές ελκυστικές , χαρακτήρες αναγνωρίσιμοι και ολοκληρωμένοι προσθέτουν εκτός από την αναγνωστική απόλαυση , και λογοτεχνική αξία.”
Ελένη Γκίκα, "ΕΘΝΟΣ".

"Συγγραφέας με άψογη τεχνική βοηθούμενος από το ταλέντο του , τις εμπειρίες του ως επιστήμονα και τη δυνατότητα που έχει να εντοπίζει τις λεπτομέρειες που συνθέτουν το περιβάλλον στο οποίο κινείται."
Ράνια Βουργουτζή, "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ".

“Εκτός από τις σκηνοθετικές αρετές, τους δεξιοτεχνικούς διαλόγους και τη συναρπαστική αφήγηση , αξίζει να επισημανθεί η μεγάλη παρατηρητικότητα του συγγραφέα και η εξαιρετική ικανότητα διείσδυσης στα έρεβη της ανθρώπινης ψυχής , που δίνει αληθοφάνεια και ζωντάνια στους χαρακτήρες.”
Αλέκος Δαφνομήλης.

Έργα του

ΛΥΤΡΩΣΗ
(μυθιστόρημα, 1994)
ΜΑΘΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
(θεατρικό,1995)
Ο ΤΥΧΕΡΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
(διήγημα, ανθολογία νεοελληνικού διηγήματος, 1995)
Ο ΛΟΦΟΣ
(διήγημα, περ. Πνευματική Ζωή, 1996)
ΕΚΕΙΝΗ Η ΣΤΙΓΜΗ
(μυθιστόρημα,1996, 18η έκδοση, Οκτώβριος 2004).
ΔΥΟ ΨΥΧΕΣ
(διήγημα, περ. Κασταλία,1997)
ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ
(μυθιστόρημα, 1998,Βραβείο Πεζογραφίας Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων,26η έκδοση, Ιανουάριος 2005)
ΕΝΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΜΠΛΕ
(διήγημα, περ. Λυχνάρι της Δράμας,2000)
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΧΘΕΣ
(μυθιστόρημα,  2000,15η έκδοση, Δεκέμβριος 2004)
Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΝΕΜΩΝΗΣ
(μυθιστόρημα, 2001, 13η έκδοση, Οκτώβριος 2004)
ΜΕ ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ
(μυθιστόρημα, 2003,9η έκδοση, Φεβρουάριος 2005)
 
Αποσπάσματα από το βιβλίο "Μακρινοί Ορίζοντες"
…Μέσα στους πρώτους μήνες του 1890, οι γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας , υπό την προστασία του κράτους, έγιναν ακόμη πιο επιθετικοί. Αδιαφορώντας για τη λαική κατακραυγή, αφού θεωρούσαν ότι δεν είχαν να φοβηθούν τίποτε και κανέναν , είχαν μειώσει κατά πολύ τις εκτάσεις που καλλιεργούσαν. Με αυτό τον τρόπο, πρώτον, θέλησαν ν' αυξήσουν  την τιμή του σιταριού και συνεπώς τα έσοδά τους, μειώνοντας συγχρόνως τα έξοδα αφού λιγότερη γη σήμαινε λιγότερους εργάτες, και δεύτερον, να νοικιάσουν ακόμη περισσότερη στους νομάδες κτηνοτρόφους ,πράγμα που θα τους απέφερε εύκολο και τεράστιο κέρδος. Ο αριθμός των αγροτών που ζούσε σε συνθήκες εξαθλίωσης αυξανόταν σταθερά, αλλά αυτό δεν τους απασχολούσε ούτε αντιλαμβάνονταν ότι σκάλιζαν τη φωτιά ενώ το καζάνι έβραζε.
…………………………………………………………………………………
Πόσο παράξενες ήταν οι αναμνήσεις που άρχισαν να την κατακλύζουν μόλις το πλοίο ανοίχτηκε στο πέλαγος! Αναμνήσεις ανάκατες με όμορφες και άσχημες στιγμές της ζωής της , με στιγμές ευτυχισμένες μα και με άλλες απέραντης δυστυχίας, που έφταναν από τα βάθη ως τις κορφές της ανθρώπινης αντοχής ! Αναμνήσεις από το πρώτο ταξίδι που έκανε με πλοίο , όταν εκεί γύρω στα οκτώ της πήγε για πρώτη φορά στην Αθήνα με τους γονείς της…Τώρα, ώριμη γυναίκα πια, όχι τόσο από τα χρόνια , όσο από τη ζωή που είχε κάνει , άφηνε τη σκέψη της να τρέξει πίσω στα νεανικά της όνειρα , σ' αυτά τα όνειρα που περνούσαν μπρος στα μάτια της σαν πολύχρωμα σμήνη από πεταλούδες που φτερούγιζαν πάνω σε ανθισμένους κήπους . Πόσες φορές είχε απολαύσει αυτό το φτερωτό παιχνίδισμα των ονειροπολήσεων πάνω από τα καλοκαιριάτικα λουλούδια , στους απέραντους κήπους του σπιτιού της  στην Κωνσταντινούπολη! Και πόσες φορές λαχταρούσε να ξεφύγει από τον ανεμοστρόβιλο εκείνης της μεγάλης πολιτείας και να ξαναγυρίσει πίσω στον ονειρόκοσμο, στους απέραντους κάμπους και στους πρόποδες του βουνού των θεών, στ' ανθισμένα λιβάδια και στα δάση με τα κάθε λογής δέντρα! Νοσταλγούσε τον χιονοσκέπαστο Όλυμπο, τα σκεπασμένα από χιόνι χωράφια, τους φράχτες τους σκεπασμένους από πάχνη, που ο πρωινός ήλιος τούς περιέχυνε μ' ένα απαλό χρυσοκόκκινο χρώμα! Νοσταλγούσε τα πρωινά που ξυπνούσε στο πατρικό της, μέσα στη μεγάλη σιωπή, και ξαπλωμένη άκουγε τα κελαηδίσματα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων των δέντρων που υπήρχαν έξω από το παράθυρό της . Μα  πάνω απ' όλα  νοσταλγούσε και προσδοκούσε σιωπηλά την επιστροφή στα μέρη όπου είχε γεννηθεί και μεγαλώσει…
………………………………………………………………………………………..
Τα μάτια του έκαιγαν, ο λαιμός του έτσουζε από τις βαριές αναθυμιάσεις που τον έπνιγαν και το πηγάδι, που η κάθοδός του συνεχιζόταν ατέλειωτη , φάνταζε απύθμενο. Κι όσο κατέβαινε, τόσο το σκοτάδι γινόταν πιο πηχτό και πιο πνιγηρό από τις αναθυμιάσεις.
Άξαφνα φοβήθηκε κι ο φόβος αυτός γλίστρησε ως την τελευταία ίνα του κορμιού του. Το στομάχι του έγινε ένα παγωμένο κουβάρι κι ένιωσε στο πρόσωπό του να κυλάει κρύος ιδρώτας. Άπλωσε τα πόδια του δεξιά κι αριστερά , μα δε βρήκε πού να τα ακουμπήσει    ταλαντεύονταν στο μαύρο αβυσσαλέο κενό . Ο καπνός από τη φωτιά ήταν ακόμη πυκνός• τον ένιωθε να στροβιλίζεται πάνω από το κεφάλι του και να του καίει το λαιμό . Ετοιμαζόταν να τραβήξει το σκοινί για να δώσει σήμα να τον ανεβάσουν, όταν τα πόδια του άγγιξαν τη γη. Πήγε να σταθεί όρθιος, μα κάπου μπερδεύτηκε και χάνοντας την ισορροπία του έπεσε. Χτύπησε δυνατά στο δεξιό πλευρό , αλλά δεν έδωσε σημασία στον πόνο που για μια στιγμή του έκοψε την ανάσα . Χωρίς χρονοτριβή, με τα χέρια του που ήταν ελεύθερα τώρα άναψε το φαναράκι που είχε μαζί του. Η φωτεινή δέσμη μαλάκωσε κάπως το πηχτό σκοτάδι.
Έριξε το τρεμουλιαστό φως ολόγυρα, αναζητώντας την είσοδο της στοάς, όμως στοά δε διέκρινε πουθενά. Για μια στιγμή το αίμα πάγωσε στις φλέβες του. Πλησίασε τα τοιχώματα του πηγαδιού, εξετάζοντάς τα προσεκτικά . Δεν άργησε να εντοπίσει το σημείο όπου άρχιζε η στοά, της οποίας την είσοδο έφραζαν εντελώς εκατοντάδες τόνοι από χώμα, πέτρες και κάρβουνα.
………………………………………………………………………………………
Αποσπάσματα από το βιβλίο " Συνάντηση με το χθες"

…Είχε κάνει μόνο λίγα βήματα όταν κάτι σάλεψε ακριβώς πίσω της ανάμεσα στις πυκνές λόχμες. Ήταν ένας ήχος σχεδόν ανεπαίσθητος, που όμως η τεταμένη της ακοή τον έπιασε αμέσως κι ένιωσε να παγώνει από τρόμο . Γύρισε απότομα και πριν ολοκληρώσει την κίνησή της, βρέθηκε κατάφατσα μ' έναν πανύψηλο, άγριο άντρα με πυκνά γένια που στεκόταν μισό μέτρο πίσω της, ανάμεσα στους ψηλούς θάμνους. Μια κραυγή ανείπωτου φόβου ξέσκισε το λαρύγγι της ,καθώς εκείνος σήκωνε τα χέρια προς το μέρος της όταν το φως του φακού έπεσε πάνω του. Πισωπάτησε , ουρλιάζοντας πάντα, τα πόδια της μπουρδουκλώθηκαν κι έπεσε ανάσκελα. Ο φακός ξέφυγε από τα χέρια της, έπεσε ανάμεσα στους θάμνους κι έσβησε. Το σκοτάδι που την τύλιξε ήταν πιο μαύρο και πιο πηχτό κι από το σκοτάδι της ίδιας της κόλασης. Άλλη μια κραυγή φρίκης και πανικού βγήκε από το στόμα της καθώς στο φόντο του ουρανού είδε τη σκοτεινή σιλουέτα του άντρα να κινείται από πάνω της. Για μια στιγμή ένιωσε να παραλύουν τα μέλη της, ωστόσο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης λειτούργησε αστραπιαία. Κύλησε στο πλάι και την επόμενη στιγμή τινάχτηκε πάνω ακουμπώντας τον ελαφρά και χώθηκε ανάμεσα στις πυκνές λόχμες.
Η Ναυσικά άρχισε να τρέχει , χωρίς κανέναν προσανατολισμό. Πίσω της άκουσε ένα τρεχαλητό κι από στιγμή σε στιγμή περίμενε να νιώσει τις χερούκλες του στο λαιμό της. Οι αγκαθωτοί θάμνοι της είχαν γδάρει το πρόσωπο και στα χέρια από τα γδαρσίματα είχε αρχίσει να τρέχει αίμα αλλά δεν το είχε πάρει χαμπάρι. Καθώς έτρεχε, γλίστρησε στις λάσπες, το πόδι της γύρισε στον αστράγαλο κι έπεσε μπρούμυτα. Στο στόμα της μπήκαν λάσπες και σάπια φύλλα ενώ ο αστράγαλός της πονούσε αφόρητα. Προσπάθησε να σηκωθεί , ξαναγλίστρησε κι έπεσε δίπλα σ' ένα μεγάλο θάμνο. Σύρθηκε και κρύφτηκε πίσω του , κρατώντας ακόμη και την ανάσα της, ενώ είχε τεντώσει τ' αφτιά της ,προσπαθώντας να συλλάβει  και τον παραμικρό θόρυβο. Στην αρχή δεν άκουσε τίποτε. Ύστερα έφτασε στ' αφτί της ένας ήχος σαν αυτόν που κάνει ένα κλαδί που σπάζει όταν το πατάει κανείς και την επόμενη στιγμή ένα σμάρι πουλιά πέταξαν τρομαγμένα, εγκαταλείποντας τα κλαριά του δέντρου, όπου κούρνιαζαν. Έπειτα επικράτησε απόλυτη ησυχία . Με ψάχνει, συλλογίστηκε κι ένιωσε να τη λούζει κρύος ιδρώτας.
……………………………………………………………………………………………
Από την οροφή του δωματίου κρεμόταν ένας γλόμπος με μια πολύ δυνατή λάμπα. Η λάμπα ήταν επίτηδες δυνατή, για να φωτίζεται άπλετα ο χώρος και να μπορούν οι γιατροί και οι νυχτερινές αδελφές να κάνουν με άνεση τη δουλειά τους, όταν το απαιτούσε η κατάσταση του ασθενούς.
Το φως πλημμύρισε το χώρο. Και καθώς το δωμάτιο ήταν ώρες ολόκληρες μισοσκότεινο, ήταν σαν να έλαμψε ξαφνικά ένας εκτυφλωτικός ήλιος. Ακαριαία το σώμα του Μαντά άρχισε να τραντάζεται και να συσπάται φρικτά από δυνατούς σπασμούς , που τους συνόδευαν αφόρητοι πόνοι. Από το στόμα του βγήκε ένα μουγκρητό πόνου και αγωνίας που κόπηκε απότομα, καθώς οι σπασμοί έπιασαν γρήγορα τη γλωττίδα και έφραξαν το λάρυγγα , εμποδίζοντας τον αέρα να περάσει .Το πρόσωπό του άρχισε να μελανιάζει καθώς ο αέρας δεν μπορούσε να φτάσει στα πνευμόνια του. Χοντρές σταγόνες ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπό του. Οι φλέβες στο λαιμό του φούσκωσαν σαν να πήγαιναν να σπάσουν…
Ακίνητη σαν άγαλμα ,αλύγιστη και ασυγκίνητη σαν δήμιος, με το δάχτυλό της να εξακολουθεί να πιέζει τον διακόπτη, η γυναίκα του Μαντά- ίδια Άρπυια που γύρισε από τα βάθη των αιώνων της ελληνικής μυθολογίας- στεκόταν όρθια δίπλα στην πόρτα, παρακολουθώντας τον να τραντάζεται και να συσπάται από τους σπασμούς με φοβερή αγωνία. Στ' αφτιά της έφτασε ο επιθανάτιος ρόγχος αλλά καμιά ίνα δε συσπάστηκε στο πρόσωπό της και τίποτε δεν άλλαξε στην έκφρασή της.
Ύστερα, μ' έναν τελευταίο σπασμό, ο άρρωστος έμεινε ακίνητος, διπλωμένος σε μια φρικτή στάση. Το πρόσωπό του είχε μελανιάσει τελείως, τα ορθάνοιχτα μάτια του ήταν κατακόκκινα και κόντευαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους ενώ το δέρμα του ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα.
……………………………………………………………………………………….

Έχει διαβαστεί 226 φορές

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ...

Επισκεψιμότητα