Τρίτη 26 Μαρτίου 2019
 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

TΙΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΣ

print
email
TΙΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΣ

Εκδοτικός Οίκος «Υδρόγειος»

O Σωτήριος Tίτης κατοικεί στη Λάρισα, είναι καθηγητής φιλόλογος και διδάσκει στο Δημόσιο. Γεννήθηκε στη Μηλέα Ελασσόνας το 1949. Σπούδασε Φιλολογία στο παν/μιο Ιωαννίνων και απόκτησε το πτυχίο κλασικών σπουδών. Αποσπάσθηκε για πέντε χρόνια στη Γερμανία κατά τα έτη 1988 – 1993, όπου και δίδαξε σε ελληνικά σχολεία της ομογένειας.

Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της ΕΛΜΕ Βαυαρίας για δυο έτη. Έλαβε μέρος με εισηγήσεις του σε ημερίδες φιλολογικών μαθημάτων για συναδέλφους του Νομού Λάρισας καθώς και σε πολιτιστικές εκδηλώσεις με ομιλίες του για θέματα ποίησης και παράδοσης.Βραβεύτηκε με χρυσό βραβείο ποίησης σε Πανελλήνιο διαγωνισμό ως πρώτος και τρίτος νικητής, ενώ είχε τιμητική διάκριση σε πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος.

Συνέγραψε και εξέδωσε τρία σχολικά βοηθήματα για τις τάξεις Α,Β,Γ’ Λυκείου με αντικείμενο τη γλώσσα (έκφραση – έκθεση). Είναι μέλος της ¨Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος.

Απόσπασμα από το βραβευθέν διήγημα με τίτλο «Η ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ»

Στο «Αρεταίειο» Νοσοκομείο η μεταμοσχευμένη καρδιά του Παύλου Γεωργίου, που άρχισε να πραγματοποιεί μια φιλανθρωπική περιήγηση και στήριξη ζωής έμελλε αυτή τη φορά να μπει σε ένα τρίτο σώμα. Το εκπληκτικό της περιήγησης ήταν ότι όλα τα σώματα ήταν εμποτισμένα με το γνησιότερο πολιτικό ρέζους. Εκεί, αρκετές ώρες πριν την άφιξη του μοσχεύματος ο Πελοπίδας Μπουρνάκας με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τζάμι της μπαλκονόπορτας του Χειρουργικού τμήματος, λιπόθυμο αυτοκίνητο ύστερα από την απόσυρση, πρώτος στη λίστα αναμονής του μοσχεύματος συλλογιζόταν τις πικρές και παράξενες αντιθέσεις της ζωής. Περίμενε, για να ζήσει με το θάνατο κάποιου άλλου. Στον πρόδομο του θανάτου προσδοκούσε την αναγέννηση με το δυστύχημα ενός πιθανού δότη. Τι κρίμα που δεν μπορούσε να αρνηθεί την ελπίδα ενός δυστυχήματος. Τι κρίμα για έναν άνθρωπο που το πολιτικό του πάθος, τον έκανε φιλάνθρωπο και η τωρινή προσδοκία τον έχριζε ακούσιο απάνθρωπο! «Ο θάνατός σου η ζωή μου». Πόσο ανάρμοστο φάνταζε σ’ αυτόν! Και να σκεφθεί κανείς ότι πάντοτε διακήρυττε, επίσημα και ανεπίσημα: «Ο πολίτης πρέπει να είναι και λίγο πολιτικός, δηλαδή ξέχωρα κοινωνικός και υπερβολικά φιλάνθρωπος». Έτσι έβλεπε αυτός την πολιτική. Όταν κάποτε ένας νεαρός Κούρδος θέλησε να του πουλήσει ένα περιοδικό της οργάνωσής τους, αυτός αγόρασε ολόκληρο το μάτσο, έτσι για να συμπαρασταθεί απ’ το μετερίζι του στο χειμαζόμενο αυτό λαό. Αν δεν ήταν το πάθος του για την πολιτική, τίποτε άλλο δε θα τον έκανε επαίτη ενός μοσχεύματος. Ήταν όμως βουλευτής στην πρώτη του τετραετία κι έπρεπε να ζήσει, να αγωνιστεί, να προσφέρει και την τελευταία ρανίδα του αίματός του στο βωμό της Δημοκρατίας, της ειρήνης, της προόδου. Να αναλωθεί υπέρ του άλλου. Μερικές φορές σκέφθηκε να προβεί σε μια επίσπευση διακοπής λειτουργίας της ελαττωματικής καρδιάς του, για να γλιτώσει, τουλάχιστο, απ’ το μαρτύριο της αναμονής. Όμως, νικούσε η ιδέα ότι με μια ξένη νέα καρδιά θα μπορούσε να ξαναβγεί στην ενεργό δράση του πολιτικού στίβου, θα μπορούσε πάλι να αγναντέψει το πολιτικό τοπίο σε μια προεκλογική εκστρατεία, ν’ ακούσει τους ήχους των ψήφων την ώρα που συνωστίζονται μέσα στην κάλπη σαν αρματωμένοι εθελοντές, για να κατακτήσουν το τρόπαιο! Να βλέπει τους ψηφοφόρους στο εκλογικό κέντρο τους φορείς ελπίδων νίκης, σταυροφόρους στην ιερότερη και δημοκρατικότερη αποστολή τους. Πόσο ήθελε να έχει την καρδιά του Σολωμού Σολωμού! Η έστω ένα αντίγραφό της! Η δική του τον πρόδωσε πάνω στο βήμα την ώρα που, εμφορούμενος απ’ τη ζέση του πολιτικού λόγου του, υμνητής και προβολέας του λειτουργικού ρόλου ενός νομοσχεδίου, ένιωσε να καταρρέει.
Στάθηκε στα πόδια του γερά λες και ήταν φοιτητής στον ιστορικό αγώνα του Μάη του ’68 ή στην πλατεία Τιεν Αν Μεν συγκρατημένος απ’ τα μικρόφωνα του βήματος. Αρνούνταν να εγκαταλείψει το πεδίο δράσης του, το «είναι» του, τη ρητορική του, το καθήκον του, το πάθος του.
Κι εκεί, λοιπόν, που μέσα στην αχλή της θλίψης και στο ζόφο της απελπισίας παρακολουθούσε στο βάθος του ορίζοντα το μεγαλείο της φύσης, έφτασε το ευαγγέλιο: Βρέθηκε μόσχευμα! Πόση χαρά μπορεί να προκαλέσει ένας θάνατος σε κάποιον μισοπεθαμένο που βλέπει το φως από τη χαραμάδα!

Οι ρωγμές του κόσμου

(Ά Χρυσό βραβείο Πανελλήνιου διαγωνισμού 1994)

Το σούρουπο σαν έφτασε βροχούλα στη Βοσνία,
βρήκε τα άψυχα κορμιά του έρωτα δεσμώτες.
Κάποιος, θαρρείς, ωμός θεός, μεσίτης του θανάτου,
υπόγραψε το τέλος τους, τη σύμβαση του θρήνου.
Αλίμονο, στους άδικους της γης ψευτοπροφήτες!
Η γη πονά στο θάνατο και ο θεός στο κρίμα.

Οι δυο ψυχές ανέβαιναν των όλμων φωταψία,
ήταν το κάλεσμα πικρό, κυκλάμινα στα έλη
και το ποτάμι κύλαγε αμέριμνο στο πλάι.
Οι άνθρωποι ξεφτίσανε, σκοτώνουν τα τραγούδια.
Αλίμονο στους άμοιρους της γης τους καταλύτες!
Η γη κρατά τα πίτουρα και ο θεός την ψίχα.

Οι ζωντανοί παράμερα σκιές στο νυχτοβρόχι
λύγισαν και γονάτισαν στο άγος του πολέμου.
Όλοι βουβοί κι ανήμποροι μ’ οδύνη μπολιασμένοι
το βλέμμα τους απλώνουνε αφή των ερωμένων.
Αλίμονο στους άμυαλους και φαύλους κοσμοσείστες!
Η γη πονά για τους νεκρούς και ο θεός για όλους.

Ο πόλεμος αιμοσταγής στου κόσμου τις ρυτίδες
αρνήθηκε επίμονα τον έρωτα δυο νέων,
μιας μουσουλμάνας που ‘σβησε σε χριστιανού αγκάλη.
Έτσι απλά σκοτώνονται αυτοί που δεν μισούνε,
αυτοί που πλάθουν τη ζωή και την αποστειρώνουν.
Αλίμονο στους άτυχους της γης ιδιοκτήτες!
Η γη πεθαίνει με φωτιά και ο θεός με μίσος.

Τι να ‘ναι ο έρωτας

Μήπως τα μάτια σου
με θάμβος ασύνορο,
Μήπως η άνοιξη
σε ώρες θριάμβου,
Μήπως το χρύσωμα
στο λιόγερμα,
ή μήπως τα μαλλιά σου
πλεγμένα στα όνειρά σου;
Μήπως το φθάσιμο
στην ποθητή Ιθάκη,
Μήπως του φιλάργυρου
το ψηλάφισμα στο κέρμα,
Μήπως των άσπονδων εχθρών
η πρώτη χειραψία,
ή μήπως ο θάνατος
σε μάχη νικηφόρα;
Μήπως το ξύπνημα της εραστής
και άγουρης παιδούλας,
Μήπως τ’ ανέμου η πνοή
αργά τ’ απόβραδο στις λεύκες,

Μήπως της θάλασσας
η απεραντοσύνη,
Μήπως το χάδι του κύματος
στου βράχου το μάγουλο,
ή μήπως λίγα ψήγματα απ’ του φιλιού τη γεύση;
Τι να’ ναι ο έρωτας;

Τι είναι τα παιδιά
Ψυχούλες που γεννήθηκαν στης Άνοιξης το βλέμμα,
κυκλάμινα που άνθισαν στις ακροθαλασσιές,
χαρές που φύτρωσαν γλυκά σε διαμαντένιο ρέμα,
του ανέμου το χάιδεμα μεσ’ τις πορτοκαλιές.

Φεγγάρια καλοτάξιδα στης αύρας τη γαλήνη
που μένουνε ολόγιομα σαν εύοσμο θυμάρι,
ελπίδα που μας έφθασε με περισσή σαγήνη,
να μας φωτίζει ακόρεστα, ανέσπερο λυχνάρι.

Η σιγουριά στους στόχους μας, το μέλλον μας το άγιο,
τα γόνιμα οράματα ολόκληρου του κόσμου.
Είναι γλυκό φιλί ζωής σε κάθε μας ναυάγιο,
το μόνιμο καμάρι μας, το άρωμα του δυόσμου.

Έχει διαβαστεί 182 φορές
ΤΑΡΑΡΑΣ ΝΙΚΟΣ
Επόμενο άρθρο
ΤΑΡΑΡΑΣ ΝΙΚΟΣ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ...

Επισκεψιμότητα